Ισραηλινές επενδύσεις 150 εκατ. ευρώ σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα

Η τουριστική αγορά αποκτά έναν ακόμη ισχυρό διεθνή «παίκτη» που δείχνει ότι δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως ευκαιρία μιας σεζόν, αλλά ως μακροπρόθεσμο στοίχημα. Η Leonardo Hotels & Resorts Mediterranean, μέλος του ισραηλινού ομίλου Fattal, προχωρά σε επενδύσεις που υπερβαίνουν συνολικά τα 150 εκατ. ευρώ στην ελληνική αγορά, με αιχμή του δόρατος το νέο πεντάστερο Meravia – Leonardo Limited Edition στη Χαλκιδική.

Το Meravia – πρώην Cora Resort – ανοίγει τις πόρτες του την 1η Μαΐου, μετά από εκτεταμένη ανακαίνιση που εστιάζει στην προσθήκη νέων χώρων εστίασης και υψηλών υπηρεσιών φιλοξενίας. Το συγκρότημα θα διαθέτει τέσσερα εστιατόρια, τέσσερα bars, infinity pool, ιδιωτική παραλία και spa & wellness center 600 τ.μ., δημιουργώντας περί τις 150 θέσεις εργασίας. Πρόκειται για concept που στοχεύει στην «upper upscale» κατηγορία, ενισχύοντας τη στροφή της Χαλκιδικής προς τουρισμό υψηλότερου εισοδηματικού προφίλ.

Ο CEO της Leonardo Hotels & Resorts Mediterranean, Ρόνι Αλόνι, χαρακτήρισε την επέκταση στη Βόρεια Ελλάδα κομβικό σημείο του πλάνου ανάπτυξης του ομίλου στην Ελλάδα, υπογραμμίζοντας ότι η επένδυση «αντικατοπτρίζει την εμπιστοσύνη στη δυναμική της περιοχής και τη δέσμευση για δημιουργία νέων προοπτικών ανάπτυξης». Με την προσθήκη του Meravia, η αλυσίδα ενισχύει ένα ήδη διευρυμένο χαρτοφυλάκιο, στο οποίο περιλαμβάνονται ξενοδοχεία σε Αθήνα, Ρόδο και άλλους προορισμούς, ανεβάζοντας το συνολικό ύψος των επενδύσεων της στην Ελλάδα πάνω από τα 150 εκατ. ευρώ.

Σε επίπεδο αγοράς, η κίνηση αυτή κουμπώνει σε ένα broader trend: οι ξένες αλυσίδες επιταχύνουν την παρουσία τους στην Ελλάδα, καθώς τα στοιχεία επιβατικής κίνησης και διανυκτερεύσεων δείχνουν ότι το 2025 αποτέλεσε χρονιά–ρεκόρ για τα ελληνικά αεροδρόμια, με το 2026 να ξεκινά με νέα αύξηση κίνησης στο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Για ομίλους όπως η Leonardo, η σταθεροποίηση της ζήτησης σε υψηλά επίπεδα και η εικόνα της χώρας ως ασφαλούς, ώριμου προορισμού μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο και δικαιολογούν μεγάλα κεφαλαιακά ανοίγματα.

Η είσοδος διεθνών brands στο high–end τμήμα αναδιαμορφώνει τον ανταγωνισμό. Από τη μία πλευρά ανεβάζει τον πήχη σε επίπεδο υπηρεσιών, δημιουργώντας πίεση σε ανεξάρτητες μονάδες που δεν μπορούν εύκολα να χρηματοδοτήσουν αντίστοιχες ανακαινίσεις. Από την άλλη, λειτουργεί ως «άγκυρα» για την τοπική οικονομία: αυξάνει τη ζήτηση για ποιοτικές προμήθειες, δημιουργεί μόνιμες θέσεις εργασίας και ενθαρρύνει συμπληρωματικές επενδύσεις σε εμπειρίες, εστίαση και μεταφορές.

Στρατηγικά, η Ελλάδα επιχειρεί να μετακινηθεί από το μοντέλο «πολλοί επισκέπτες – χαμηλή δαπάνη» σε έναν πιο ισορροπημένο συνδυασμό όγκου και αξίας. Επενδύσεις της τάξης των 150 εκατ. ευρώ από διεθνείς ομίλους λειτουργούν ως ψήφος εμπιστοσύνης προς αυτή τη μετάβαση, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η μάχη για το ποιος θα καρπωθεί την υπεραξία του ελληνικού τουρισμού παραμένει ανοιχτή. Το ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα τουρισμού καλείται να «τρέξει» για να μην μείνει θεατής σε ένα παιχνίδι που παίζεται όλο και περισσότερο σε διεθνές επίπεδο.