Πιο εκτεθειμένες στην ΑΙ οι θέσεις εργασίας στην Ελλάδα
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τη «στροφή» της Τεχνητής Νοημοσύνης από δυσμενή αφετηρία.
Σε αντίθεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που έχουν ισχυρή βιομηχανική βάση, η ελληνική οικονομία στηρίζεται δυσανάλογα στις υπηρεσίες, τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την αγορά ακινήτων — κλάδους που περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό επαναλαμβανόμενων, γνωστικών εργασιών ευάλωτων στην αυτοματοποίηση.
Η σημαντικότερη έρευνα που αφορά ειδικά τα ελληνικά επαγγέλματα δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο 2025 από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), με τίτλο «Οι επιπτώσεις της ψηφιοποίησης στην αγορά εργασίας». Το κεντρικό εύρημα είναι αποκαλυπτικό: «Η δομή της ελληνικής οικονομίας δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο αντίκτυπος της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να είναι απότομος και άνισος».
Οι αριθμοί: Ποιοι και πόσοι κινδυνεύουν
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ χρησιμοποίησε δύο διεθνώς αναγνωρισμένα μοντέλα αξιολόγησης.
Σύμφωνα με τον δείκτη Frey & Osborne, που περιλαμβάνει τόσο AI όσο και ρομποτική, το 40% των ελληνικών θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει υψηλό ρίσκο αυτοματοποίησης, μόλις 28% κατατάσσεται σε χαμηλό κίνδυνο, και το υπόλοιπο 32% βρίσκεται στη μεσαία κατηγορία.
Σύμφωνα με τον δεύτερο δείκτη (Gmyrek et al., 2025), που εξετάζει μόνο τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) όπως το ChatGPT, περίπου το 22% των θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει σημαντικό ρίσκο.
Παράλληλα, η μελέτη της Implement Consulting Group εκτιμά ότι στην Ελλάδα, μόνο 6% των θέσεων εργασίας είναι εξαιρετικά εκτεθειμένες στην generative AI και ενδέχεται να οδηγηθούν σε κλείσιμο — αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 250.000 θέσεις. Ωστόσο, 62% των θέσεων (περίπου 2,6 εκατ.) θα δουλεύουν μαζί με την AI ως ενισχυτικό εργαλείο, ενώ 32% θα παραμείνουν ανεπηρέαστες. Αν η ευρεία υιοθέτηση επιτευχθεί, η AI θα μπορούσε να προσθέσει €10-12 δισ. στο ΑΕΠ της χώρας (+6%) μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ο ΟΟΣΑ, από τη δική του πλευρά, εκτιμά ότι 1 στις 10 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.
Τα πιο ευάλωτα επαγγέλματα
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, τα επαγγέλματα με τον υψηλότερο κίνδυνο αυτοματοποίησης στην Ελλάδα είναι:
• Υπάλληλοι γραφείου και διοικητικής υποστήριξης — ρουτίνες data entry, αρχειοθέτησης, αναφορών
• Εξυπηρέτηση πελατών — chatbots αντικαθιστούν ήδη πρώτες γραμμές επικοινωνίας
• Λογιστές, βοηθοί λογιστηρίου — αυτοματοποίηση ελέγχων, φορολογικών δηλώσεων, μισθοδοσίας
• Πωλητές και τηλεφωνικά κέντρα — AI-powered πλατφόρμες πωλήσεων
• Μεταφραστές, copywriters, proofreaders — τα LLMs καλύπτουν ήδη μεγάλο μέρος αυτών των εργασιών
• Χρηματοπιστωτικοί αναλυτές, credit analysts — αυτοματοποίηση βασικής ανάλυσης
• Εργαζόμενοι σε μεταποίηση και χειρωνακτικές εργασίες παραγωγής — μεσοπρόθεσμα, μέσω ρομποτικής
Στον αντίποδα, τα επαγγέλματα που αναδύονται ή ενισχύονται αφορούν τη διαχείριση AI, την ασφάλεια δεδομένων, την εποπτεία αυτοματισμού, καθώς και εξειδικεύσεις σε τομείς υγείας, πράσινης ενέργειας και επιχειρησιακής αναδιοργάνωσης.
Γιατί η Ελλάδα είναι διαφορετική περίπτωση
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναδεικνύει τέσσερις παράγοντες που καθιστούν την Ελλάδα ιδιαίτερα ευάλωτη σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ:
1. Εξαιρετικά υψηλή αυτοαπασχόληση. Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης στην ΕΕ. Μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες δεν έχουν τους πόρους για ομαλή μετάβαση. Η απώλεια ακόμη και μίας θέσης υψηλής τεχνολογίας μπορεί να δράσει πολλαπλασιαστικά — ένα κύμα μερικής ανεργίας λόγω AI στην Αθήνα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε «ντόμινο κλεισίματος σε καφέ, μικρά εστιατόρια και καταστήματα».
2. Γηρασμένο εργατικό δυναμικό. Οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες αντιμετωπίζουν πολύ υψηλότερα εμπόδια εξοικείωσης με τις τεχνολογίες AI.
3. Έντονες περιφερειακές ανισότητες. Η ψηφιακή ωριμότητα μεταξύ αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) και υπόλοιπης χώρας δημιουργεί ένα δίτιμο σύστημα: οι πόλεις μπορεί να ωφεληθούν, η περιφέρεια να μείνει πίσω.
4. Εξάρτηση από τουρισμό, ναυτιλία, ακίνητα. Η χώρα βασίζεται σε κλάδους όπου τα διοικητικά, λογιστικά και επικοινωνιακά καθήκοντα ρουτίνας είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε αυτοματοποίηση.
Τι λένε οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι
Πρόσφατη έρευνα σε ελληνικά στελέχη (των Ιωάννη Θάνου και Ηλία Καπούτση) έδειξε ότι το 55% σκοπεύει να αυτοματοποιήσει καθήκοντα στο άμεσο μέλλον, ενώ το 20% εξετάζει μειώσεις προσωπικού λόγω ελλείψεων δεξιοτήτων.
Το 30%, μάλιστα, θεωρεί πιθανό ότι έως το 2030 τα ανθρωποειδή ρομπότ θα έχουν υιοθετηθεί εμπορικά στην Ελλάδα.
Στην πλευρά των εργαζομένων, η έρευνα Adecco (2025) αποτυπώνει μια πιο μετριοπαθή εικόνα: μόνο το 21% των Ελλήνων εργαζομένων δηλώνει ότι έχει δει ή αναμένει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση λόγω AI. Ωστόσο, μόλις το 58% πιστεύει ότι η AI θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας — ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (76%). Οι Έλληνες εργαζόμενοι αναφέρουν ότι εξοικονομούν ήδη 96 λεπτά την ημέρα χάρη στα εργαλεία AI, αν και αυτό υπολείπεται του παγκόσμιου μέσου όρου των 2 ωρών.
Το ερώτημα της ταχύτητας
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: η ταχύτητα με την οποία θα γίνει η μετάβαση θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα κατορθώσει να προσαρμοστεί ή θα βιώσει κοινωνικό σοκ. Αν υποτεθεί ότι η AI εκτοπίσει το 10% του εργατικού δυναμικού, υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του αν αυτό γίνει σε 2 χρόνια (απώλεια 5% ετησίως — αδύνατη προσαρμογή) ή σε 10 χρόνια (1% ετησίως — διαχειρίσιμη μετάβαση).
Οι ερευνητές δεν υιοθετούν κάποια υπόθεση για το χρονοδιάγραμμα, αλλά επισημαίνουν ότι η Παραγωγική AI (generative AI) έχει ήδη εισαχθεί στις ελληνικές επιχειρήσεις — σε αντίθεση με τη ρομποτική, της οποίας η μαζική υιοθέτηση δεν αναμένεται τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος κυρίως για τις γνωστικές εργασίες γραφείου, όχι ακόμα για τα χειρωνακτικά επαγγέλματα.
Ψηφιακό χάσμα: Η Αχίλλειος πτέρνα
Η ετοιμότητα της Ελλάδας βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία, μόνο 35% των εργαζομένων σε ελληνικές εταιρείες χρησιμοποιούσε τακτικά εργαλεία generative AI το 2024. Η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις του ευρωπαϊκού δείκτη DESI (Digital Economy and Society Index) σε ψηφιακές δεξιότητες, κάτι που σημαίνει ότι πολλοί εργαζόμενοι κινδυνεύουν να βρεθούν αιφνιδιασμένοι, χωρίς τα εφόδια να μεταβούν σε νέους ρόλους.
Η μελέτη για την ελληνική αγορά εργασίας (Tyros, 2025) τονίζει ότι η AI δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως απειλή αλλά και ως ευκαιρία — ωστόσο τα οφέλη μπορεί να παραμείνουν περιορισμένα σε ελίτ τμήματα του εργατικού δυναμικού, εκτός αν εφαρμοστούν ευρείες πολιτικές αναβάθμισης δεξιοτήτων.
Η ευκαιρία μέσα στον κίνδυνο
Η AI δεν φέρνει μόνο απειλές. Για μια χώρα με εξαιρετικά υψηλή αυτοαπασχόληση, τα εργαλεία generative AI μπορούν να δράσουν ως ισοσταθμιστής: μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες αποκτούν πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες (νομικές, λογιστικές, marketing) με ελάχιστο κόστος — δυνατότητες που ιστορικά ήταν προνόμιο μόνο των μεγάλων εταιρειών.
Η Implement Consulting Group εκτιμά ότι η αυξημένη παραγωγικότητα θα δημιουργήσει νέα ζήτηση, αντισταθμίζοντας τις θέσεις που θα χαθούν — υπό τον όρο ότι η χώρα θα επενδύσει σε δεξιότητες, καινοτομία και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η κρίσιμη πρόκληση
Όπως επισημαίνει η ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν η τεχνολογική αλλαγή θα εξαλείψει θέσεις εργασίας — αυτό αναμφίβολα θα γίνει — αλλά αν οι θεσμοί της χώρας, το εκπαιδευτικό και το πολιτικό σύστημα μπορούν να διευκολύνουν τη δημιουργία νέων επαγγελμάτων και να επιτρέψουν στους εργαζομένους να μεταπηδήσουν σχετικά ανώδυνα σε αυτά.
Η μετάβαση, αν μείνει ανοργάνωτη, μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες, να αυξήσει την ανεργία για ευάλωτες ομάδες και να πιέσει κλάδους που σήμερα διατηρούνται χάρη στο χαμηλό μισθολογικό κόστος. Η AI δεν ακυρώνει την εργασία — την ανακατανέμει. Και η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μη βρεθεί με ένα εργατικό δυναμικό παγιδευμένο στην πλευρά του κινδύνου, χωρίς πρόσβαση στη νέα οικονομία.
Σε αντίθεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που έχουν ισχυρή βιομηχανική βάση, η ελληνική οικονομία στηρίζεται δυσανάλογα στις υπηρεσίες, τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την αγορά ακινήτων — κλάδους που περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό επαναλαμβανόμενων, γνωστικών εργασιών ευάλωτων στην αυτοματοποίηση.
Η σημαντικότερη έρευνα που αφορά ειδικά τα ελληνικά επαγγέλματα δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο 2025 από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), με τίτλο «Οι επιπτώσεις της ψηφιοποίησης στην αγορά εργασίας». Το κεντρικό εύρημα είναι αποκαλυπτικό: «Η δομή της ελληνικής οικονομίας δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο αντίκτυπος της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να είναι απότομος και άνισος».
Οι αριθμοί: Ποιοι και πόσοι κινδυνεύουν
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ χρησιμοποίησε δύο διεθνώς αναγνωρισμένα μοντέλα αξιολόγησης.
Σύμφωνα με τον δείκτη Frey & Osborne, που περιλαμβάνει τόσο AI όσο και ρομποτική, το 40% των ελληνικών θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει υψηλό ρίσκο αυτοματοποίησης, μόλις 28% κατατάσσεται σε χαμηλό κίνδυνο, και το υπόλοιπο 32% βρίσκεται στη μεσαία κατηγορία.
Σύμφωνα με τον δεύτερο δείκτη (Gmyrek et al., 2025), που εξετάζει μόνο τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs) όπως το ChatGPT, περίπου το 22% των θέσεων εργασίας αντιμετωπίζει σημαντικό ρίσκο.
Παράλληλα, η μελέτη της Implement Consulting Group εκτιμά ότι στην Ελλάδα, μόνο 6% των θέσεων εργασίας είναι εξαιρετικά εκτεθειμένες στην generative AI και ενδέχεται να οδηγηθούν σε κλείσιμο — αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 250.000 θέσεις. Ωστόσο, 62% των θέσεων (περίπου 2,6 εκατ.) θα δουλεύουν μαζί με την AI ως ενισχυτικό εργαλείο, ενώ 32% θα παραμείνουν ανεπηρέαστες. Αν η ευρεία υιοθέτηση επιτευχθεί, η AI θα μπορούσε να προσθέσει €10-12 δισ. στο ΑΕΠ της χώρας (+6%) μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ο ΟΟΣΑ, από τη δική του πλευρά, εκτιμά ότι 1 στις 10 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.
Τα πιο ευάλωτα επαγγέλματα
Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, τα επαγγέλματα με τον υψηλότερο κίνδυνο αυτοματοποίησης στην Ελλάδα είναι:
• Υπάλληλοι γραφείου και διοικητικής υποστήριξης — ρουτίνες data entry, αρχειοθέτησης, αναφορών
• Εξυπηρέτηση πελατών — chatbots αντικαθιστούν ήδη πρώτες γραμμές επικοινωνίας
• Λογιστές, βοηθοί λογιστηρίου — αυτοματοποίηση ελέγχων, φορολογικών δηλώσεων, μισθοδοσίας
• Πωλητές και τηλεφωνικά κέντρα — AI-powered πλατφόρμες πωλήσεων
• Μεταφραστές, copywriters, proofreaders — τα LLMs καλύπτουν ήδη μεγάλο μέρος αυτών των εργασιών
• Χρηματοπιστωτικοί αναλυτές, credit analysts — αυτοματοποίηση βασικής ανάλυσης
• Εργαζόμενοι σε μεταποίηση και χειρωνακτικές εργασίες παραγωγής — μεσοπρόθεσμα, μέσω ρομποτικής
Στον αντίποδα, τα επαγγέλματα που αναδύονται ή ενισχύονται αφορούν τη διαχείριση AI, την ασφάλεια δεδομένων, την εποπτεία αυτοματισμού, καθώς και εξειδικεύσεις σε τομείς υγείας, πράσινης ενέργειας και επιχειρησιακής αναδιοργάνωσης.
Γιατί η Ελλάδα είναι διαφορετική περίπτωση
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναδεικνύει τέσσερις παράγοντες που καθιστούν την Ελλάδα ιδιαίτερα ευάλωτη σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ:
1. Εξαιρετικά υψηλή αυτοαπασχόληση. Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης στην ΕΕ. Μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες δεν έχουν τους πόρους για ομαλή μετάβαση. Η απώλεια ακόμη και μίας θέσης υψηλής τεχνολογίας μπορεί να δράσει πολλαπλασιαστικά — ένα κύμα μερικής ανεργίας λόγω AI στην Αθήνα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε «ντόμινο κλεισίματος σε καφέ, μικρά εστιατόρια και καταστήματα».
2. Γηρασμένο εργατικό δυναμικό. Οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες αντιμετωπίζουν πολύ υψηλότερα εμπόδια εξοικείωσης με τις τεχνολογίες AI.
3. Έντονες περιφερειακές ανισότητες. Η ψηφιακή ωριμότητα μεταξύ αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) και υπόλοιπης χώρας δημιουργεί ένα δίτιμο σύστημα: οι πόλεις μπορεί να ωφεληθούν, η περιφέρεια να μείνει πίσω.
4. Εξάρτηση από τουρισμό, ναυτιλία, ακίνητα. Η χώρα βασίζεται σε κλάδους όπου τα διοικητικά, λογιστικά και επικοινωνιακά καθήκοντα ρουτίνας είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε αυτοματοποίηση.
Τι λένε οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι
Πρόσφατη έρευνα σε ελληνικά στελέχη (των Ιωάννη Θάνου και Ηλία Καπούτση) έδειξε ότι το 55% σκοπεύει να αυτοματοποιήσει καθήκοντα στο άμεσο μέλλον, ενώ το 20% εξετάζει μειώσεις προσωπικού λόγω ελλείψεων δεξιοτήτων.
Το 30%, μάλιστα, θεωρεί πιθανό ότι έως το 2030 τα ανθρωποειδή ρομπότ θα έχουν υιοθετηθεί εμπορικά στην Ελλάδα.
Στην πλευρά των εργαζομένων, η έρευνα Adecco (2025) αποτυπώνει μια πιο μετριοπαθή εικόνα: μόνο το 21% των Ελλήνων εργαζομένων δηλώνει ότι έχει δει ή αναμένει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση λόγω AI. Ωστόσο, μόλις το 58% πιστεύει ότι η AI θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας — ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (76%). Οι Έλληνες εργαζόμενοι αναφέρουν ότι εξοικονομούν ήδη 96 λεπτά την ημέρα χάρη στα εργαλεία AI, αν και αυτό υπολείπεται του παγκόσμιου μέσου όρου των 2 ωρών.
Το ερώτημα της ταχύτητας
Η έρευνα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: η ταχύτητα με την οποία θα γίνει η μετάβαση θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα κατορθώσει να προσαρμοστεί ή θα βιώσει κοινωνικό σοκ. Αν υποτεθεί ότι η AI εκτοπίσει το 10% του εργατικού δυναμικού, υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του αν αυτό γίνει σε 2 χρόνια (απώλεια 5% ετησίως — αδύνατη προσαρμογή) ή σε 10 χρόνια (1% ετησίως — διαχειρίσιμη μετάβαση).
Οι ερευνητές δεν υιοθετούν κάποια υπόθεση για το χρονοδιάγραμμα, αλλά επισημαίνουν ότι η Παραγωγική AI (generative AI) έχει ήδη εισαχθεί στις ελληνικές επιχειρήσεις — σε αντίθεση με τη ρομποτική, της οποίας η μαζική υιοθέτηση δεν αναμένεται τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος κυρίως για τις γνωστικές εργασίες γραφείου, όχι ακόμα για τα χειρωνακτικά επαγγέλματα.
Ψηφιακό χάσμα: Η Αχίλλειος πτέρνα
Η ετοιμότητα της Ελλάδας βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία, μόνο 35% των εργαζομένων σε ελληνικές εταιρείες χρησιμοποιούσε τακτικά εργαλεία generative AI το 2024. Η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις του ευρωπαϊκού δείκτη DESI (Digital Economy and Society Index) σε ψηφιακές δεξιότητες, κάτι που σημαίνει ότι πολλοί εργαζόμενοι κινδυνεύουν να βρεθούν αιφνιδιασμένοι, χωρίς τα εφόδια να μεταβούν σε νέους ρόλους.
Η μελέτη για την ελληνική αγορά εργασίας (Tyros, 2025) τονίζει ότι η AI δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως απειλή αλλά και ως ευκαιρία — ωστόσο τα οφέλη μπορεί να παραμείνουν περιορισμένα σε ελίτ τμήματα του εργατικού δυναμικού, εκτός αν εφαρμοστούν ευρείες πολιτικές αναβάθμισης δεξιοτήτων.
Η ευκαιρία μέσα στον κίνδυνο
Η AI δεν φέρνει μόνο απειλές. Για μια χώρα με εξαιρετικά υψηλή αυτοαπασχόληση, τα εργαλεία generative AI μπορούν να δράσουν ως ισοσταθμιστής: μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες αποκτούν πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες (νομικές, λογιστικές, marketing) με ελάχιστο κόστος — δυνατότητες που ιστορικά ήταν προνόμιο μόνο των μεγάλων εταιρειών.
Η Implement Consulting Group εκτιμά ότι η αυξημένη παραγωγικότητα θα δημιουργήσει νέα ζήτηση, αντισταθμίζοντας τις θέσεις που θα χαθούν — υπό τον όρο ότι η χώρα θα επενδύσει σε δεξιότητες, καινοτομία και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η κρίσιμη πρόκληση
Όπως επισημαίνει η ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν η τεχνολογική αλλαγή θα εξαλείψει θέσεις εργασίας — αυτό αναμφίβολα θα γίνει — αλλά αν οι θεσμοί της χώρας, το εκπαιδευτικό και το πολιτικό σύστημα μπορούν να διευκολύνουν τη δημιουργία νέων επαγγελμάτων και να επιτρέψουν στους εργαζομένους να μεταπηδήσουν σχετικά ανώδυνα σε αυτά.
Η μετάβαση, αν μείνει ανοργάνωτη, μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες, να αυξήσει την ανεργία για ευάλωτες ομάδες και να πιέσει κλάδους που σήμερα διατηρούνται χάρη στο χαμηλό μισθολογικό κόστος. Η AI δεν ακυρώνει την εργασία — την ανακατανέμει. Και η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μη βρεθεί με ένα εργατικό δυναμικό παγιδευμένο στην πλευρά του κινδύνου, χωρίς πρόσβαση στη νέα οικονομία.
Το money-money.gr είναι πιστοποιημένο μέλος του μητρώου on line media