Πρωταθλητές στην εργασία τα Σαββατοκύριακα οι Έλληνες σύμφωνα με Eurostat


Σχεδόν ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Ελλάδα δουλεύει συνήθως Σάββατο–Κυριακή, βάζοντας τη χώρα στην κορυφή της Ευρώπης στην εργασία εκτός πενθημέρου.

Νέα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα για την ελληνική αγορά εργασίας: η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων που δουλεύουν τα Σαββατοκύριακα σε όλη την ΕΕ. Περισσότεροι από τρεις στους δέκα μισθωτούς δηλώνουν ότι εργάζονται συνήθως σε μέρες που για τους περισσότερους θεωρούνται χρόνος ανάπαυσης. Το εύρημα συνδέεται άμεσα με τη δομή της ελληνικής οικονομίας, την κυριαρχία του τουρισμού και των υπηρεσιών, αλλά και με τις πιέσεις στα εισοδήματα που ωθούν πολλούς σε πιο εντατική εργασία.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για την εργασία τα Σαββατοκύριακα, περίπου το 21% των απασχολούμενων στην ΕΕ ηλικίας 15–64 ετών εργάζεται συνήθως σε ημέρες Σαββάτου ή Κυριακής. Στην Ελλάδα, όμως, το αντίστοιχο ποσοστό για τους μισθωτούς εκτινάσσεται στο 31,5%, το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών–μελών, με την Κύπρο και τη Μάλτα να ακολουθούν. Αν ληφθούν υπόψη και οι αυτοαπασχολούμενοι, το ποσοστό όσων εργάζονται Σαββατοκύριακο είναι ακόμη μεγαλύτερο, ειδικά για όσους έχουν προσωπικό.


Η Eurostat δείχνει ότι στους αυτοαπασχολούμενους με εργαζομένους, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στην κορυφή, με τρία στα τέσσερα άτομα να δουλεύουν συνήθως τα Σαββατοκύριακα. Αυτό αποκαλύπτει μια επιχειρηματικότητα που λειτουργεί σε καθεστώς συνεχούς πίεσης, με μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να παραμένουν ανοικτές όλες τις ημέρες για να «βγαίνουν τα νούμερα».


Τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ένταση εργασίας σε μη εργάσιμες ημέρες είναι αυτά των υπηρεσιών και των πωλήσεων, αλλά και της αγροτικής παραγωγής. Αυτό αντικατοπτρίζει την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό, την εστίαση, το λιανεμπόριο και τις σχετικές δραστηριότητες, όπου η κίνηση κορυφώνεται τα Σαββατοκύριακα και οι εργοδότες απαιτούν αυξημένη διαθεσιμότητα προσωπικού. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της επαρχίας και της νησιωτικής Ελλάδας στηρίζεται σε οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, όπου η διάκριση εργάσιμης και αργίας είναι σχεδόν ανύπαρκτη.


Ειδικά στην Ελλάδα, οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα που ωθεί τους εργαζόμενους στην αποδοχή εργασίας τα Σαββατοκύριακα. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί για το μέσο μεικτό μισθό, η χώρα παραμένει σημαντικά κάτω από τον κοινοτικό μέσο όρο, και πολλοί εργαζόμενοι στηρίζονται σε επιπλέον ώρες ή δεύτερη δουλειά για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Σε κλάδους όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο, δεν είναι σπάνιο οι εργαζόμενοι να εργάζονται συνεχόμενα Σαββατοκύριακα, χωρίς πάντα επαρκή προσαύξηση αποδοχών ή τήρηση της εργατικής νομοθεσίας.



Οι επιπτώσεις αυτής της πραγματικότητας είναι πολλαπλές. Σε ατομικό επίπεδο, η εργασία τα Σαββατοκύριακα περιορίζει τον χρόνο ξεκούρασης και οικογενειακής ζωής, αυξάνοντας τον κίνδυνο εξουθένωσης (burnout). Σε επίπεδο οικονομίας, η συνεχής επέκταση του ωραρίου σε μη εργάσιμες ημέρες χωρίς αντίστοιχη αύξηση παραγωγικότητας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης, στηριγμένη σε εντατικοποίηση της εργασίας και όχι σε επένδυση σε τεχνολογία, οργάνωση και δεξιότητες.


Παράλληλα, η θέση της Ελλάδας στην κορυφή της Ευρώπης στο συγκεκριμένο δείκτη συνδέεται και με τον τρόπο οργάνωσης της τουριστικής δραστηριότητας. Η χώρα έχει επενδύσει σε μοντέλο που βασίζεται σε εποχική και συχνά χαμηλά αμειβόμενη εργασία, με μεγάλο μέρος της σε περίοδο αιχμής να πραγματοποιείται σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Η συζήτηση για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και τη μετάβαση σε πιο ποιοτικό τουριστικό προϊόν είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ποιότητα των θέσεων εργασίας και την επιβάρυνση του ανθρώπινου δυναμικού.


Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες της ΕΕ εμφανίζουν πολύ χαμηλότερα ποσοστά εργασίας τα Σαββατοκύριακα, κάτι που αντανακλά διαφορετική παραγωγική δομή και ισχυρότερα συστήματα προστασίας των εργαζομένων. Η αντίθεση αυτή εντείνει τον προβληματισμό για το αν το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης δημιουργεί θέσεις εργασίας με βιώσιμες συνθήκες ή αν εξαντλείται σε εντατικοποίηση και ευελιξία προς μία μόνο κατεύθυνση.