Συγκέντρωση και deals στο λιανεμπόριο: Πώς αλάζει η εικόνα

Ο Όμιλος Φάις ανακοίνωσε πρόγραμμα επενδύσεων περίπου 15 εκατ. ευρώ για τη διετία 2026–2027, με νέα καταστήματα, ανακαινίσεις και επέκταση σε Κεντρική Ευρώπη, στηριγμένος σε brands όπως Kiko Milano, Under Armour, Levi’s και τα luxury Kalogirou. 
Αυτή η κίνηση είναι ενδεικτική του νέου μοντέλου: μεγάλος όμιλος, δυνατό χαρτοφυλάκιο σημάτων, omnichannel παρουσία και γεωγραφική διασπορά, που του επιτρέπει να επενδύει επιθετικά ακόμη και σε περιβάλλον πίεσης στην κατανάλωση.

Το 2025–2026 είναι καθαρά περίοδος συγκέντρωσης: στα σούπερ μάρκετ, εξαγορές όπως αυτή της Κρητικός από τη Μασούτης και η είσοδος της Retail & More στη Bazaar αναδιατάσσουν τις πρώτες θέσεις της αγοράς, με τους μεγάλους να «μαζεύουν» μικρές και μεσαίες αλυσίδες. Σύμφωνα με στοιχεία αγοράς, την τετραετία 2022–2025 πάνω από 180 καταστήματα μικρών τοπικών αλυσίδων πέρασαν στον έλεγχο μεγάλων ομίλων, ενώ οι πέντε μεγαλύτεροι παίκτες δρομολογούν επενδύσεις της τάξης του 1 δισ. ευρώ μόνο για τη διετία 2026–2027.


Στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων, ο συνολικός τζίρος ξεπέρασε τα 16 δισ. ευρώ το 2025, με άνοδο άνω του 7% σε αξία, αποτυπώνοντας ότι η ζήτηση συγκεντρώνεται σε οργανωμένα δίκτυα με δυνατότητα προσφορών, private label και επενδύσεων σε logistics. Παράλληλα, η ΕΣΕΕ καταγράφει το 2025 ως «έτος συρρίκνωσης» για το ευρύτερο λιανεμπόριο, με τον κύκλο εργασιών σε πραγματικές τιμές να υποχωρεί 0,4%, κάτι που δείχνει ότι η συγκέντρωση γίνεται σε ένα «πίτα» που δεν μεγαλώνει γενικά, αλλά αλλάζει χέρια.


Η κατανάλωση «μετακομίζει»



Πέρα από τα τρόφιμα, το βάρος της κατανάλωσης μετατοπίζεται όλο και περισσότερο σε malls, retail parks και μεγάλα πολυκαταστήματα. Τα πιο ώριμα εμπορικά κέντρα –όπως τα River West και Mare West που διαχειρίζεται η Trade Estates– καταγράφουν αύξηση επισκεψιμότητας 7,7% και άνοδο πωλήσεων 9,5% στο α’ τρίμηνο 2026, επιβεβαιώνοντας ότι ο καταναλωτής αναζητά προορισμούς «όλα σε ένα» με εμπειρία, ψυχαγωγία και parking.


Παράλληλα, μεγάλοι λιανέμποροι, από σούπερ μάρκετ μέχρι αλυσίδες ένδυσης/υπόδησης και καλλυντικών, δένουν την ανάπτυξή τους με νέα mall projects και retail parks, συνήθως στις εισόδους πόλεων ή σε περιοχές με εύκολη πρόσβαση. Οι επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων σε νέα καταστήματα, ανακαινίσεις και εμπορικά κέντρα από αλυσίδες όπως Lidl (200 εκατ. την επόμενη διετία) και τους μεγάλους του food retail δείχνουν ότι η μάχη της κατανάλωσης κρίνεται όλο και λιγότερο στη «γειτονιά» και όλο και περισσότερο στα οργανωμένα hubs.

E‑commerce και omnichannel: το νέο μοντέλο


Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το e‑commerce B2C αυξήθηκε κατά 7% το 2024, στα 765 δισ. ευρώ, με τη Νότια Ευρώπη –στην οποία ανήκει και η Ελλάδα– να τρέχει με ρυθμό 9%, πάνω από τον μέσο όρο. Η Κεντρική Ευρώπη, όπου επεκτείνονται όμιλοι όπως ο Φάις, σημείωσε ανάπτυξη 8% στο online, ενώ η Ανατολική Ευρώπη ήταν η πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη περιοχή με +18%, γεγονός που ενισχύει το σκεπτικό για διασυνοριακή ανάπτυξη και διασπορά ρίσκου.

Στην Ελλάδα, το e‑commerce δεν είναι πια «παράρτημα», αλλά οργανικό κομμάτι του omnichannel μοντέλου: click & collect, click away και πλήρως ψηφιακά journeys έχουν γίνει στάνταρ σε μεγάλες αλυσίδες, από σούπερ μάρκετ μέχρι fashion και ηλεκτρονικά. Η πίεση στα εισοδήματα κάνει τον καταναλωτή πιο price‑sensitive και περισσότερο συγκριτικό: αναζήτηση online, σύγκριση τιμών και προσφορών, και στη συνέχεια αγορά είτε στο φυσικό κατάστημα είτε στο e‑shop, ανάλογα με την εμπειρία και τα μεταφορικά.


Η πίεση και οι ευκαιρίες


Η εικόνα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις λιανικής είναι «σφιχτή»: η ΕΣΕΕ μιλά για έτος συρρίκνωσης το 2025 και εκφράζει ανησυχία για το 2026, καθώς ο τζίρος σε πραγματικές τιμές υποχωρεί, τα κόστη λειτουργίας ανεβαίνουν και ο ανταγωνισμός από αλυσίδες και πλατφόρμες εντείνεται. Η δυναμική των εξαγορών στα σούπερ μάρκετ –με δεκάδες τοπικές αλυσίδες να αλλάζουν χέρια– δείχνει ότι όσοι δεν έχουν κλίμακα, πρόσβαση σε κεφάλαια και ψηφιακές υποδομές, δύσκολα θα μπορέσουν να σταθούν μόνοι τους.


Ωστόσο, η συγκέντρωση αφήνει και «λευκές ζώνες», ιδίως σε niche κατηγορίες (ειδικά τρόφιμα, τοπικά προϊόντα, εξειδικευμένο fashion, repairs/services) και σε γειτονιές όπου μεγάλοι παίκτες δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κατέβουν σε πολύ μικρή κλίμακα. Εκεί, όσοι μικροί επενδύσουν σε εξειδίκευση, ποιότητα και έξυπνη ψηφιακή παρουσία (π.χ. μικρά e‑shops, marketplaces, social commerce) μπορούν να βρουν χώρο, αλλά με εντελώς διαφορετικούς όρους από την εποχή του «απλώς ανοίγω ένα μαγαζί»