Αλλαγές στον εξωδικαστικό: Περισσότερες ανάσες, αλλά και παγίδες για τους οφειλέτες


Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών μπαίνει σε μια νέα φάση, με αλλαγές που αυξάνουν την πρόσβαση, ενισχύουν τη ρύθμιση χρεών και επιχειρούν να προστατεύσουν πιο αποτελεσματικά τους ευάλωτους δανειολήπτες. Την ίδια στιγμή όμως, παραμένουν δομικές αδυναμίες στην εφαρμογή του, ενώ νομικοί και δανειολήπτες επισημαίνουν καθυστερήσεις, ασυμμετρίες ισχύος και τον κίνδυνο να μετατραπεί σε μια ακόμη χρονοβόρα διαδικασία χωρίς ουσιαστική λύση για όλους.

Τι αλλάζει στον εξωδικαστικό

Οι τελευταίες παρεμβάσεις διευρύνουν σημαντικά τον κύκλο των επιλέξιμων οφειλετών, με διπλασιασμό των εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων για την ένταξη στο σχήμα. Στόχος είναι να μπορούν να ενταχθούν περισσότεροι ιδιώτες και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων όσων είχαν απορριφθεί στο παρελθόν και τώρα αποκτούν «δεύτερη ευκαιρία» επανυποβολής αίτησης με βάση τα νέα όρια.
Παράλληλα, η πλατφόρμα του εξωδικαστικού έχει αναβαθμιστεί τεχνικά, με στόχο την αυτοματοποίηση βημάτων, τη μείωση των σφαλμάτων και την ταχύτερη έκδοση προτάσεων ρύθμισης. Στο θεσμικό επίπεδο, ενισχύεται η δυνατότητα ρύθμισης οφειλών προς τράπεζες, servicers, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία σε ένα ενιαίο πλαίσιο, ώστε ο οφειλέτης να έχει συνολική εικόνα και μία κεντρική λύση για το ιδιωτικό του χρέος.

Τα θετικά: Περισσότερη πρόσβαση και μεγαλύτερη ανάσα

Στο ενεργητικό των αλλαγών καταγράφεται η ουσιαστική διεύρυνση του μηχανισμού: από την αύξηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας μέχρι τη δυνατότητα επανυποβολής αιτήσεων για όσους είχαν «κοπεί» στο πρώτο κύμα. Αυτό σημαίνει ότι δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις που μέχρι χθες έμεναν εκτός συστήματος, σήμερα μπορούν να επιδιώξουν βιώσιμη ρύθμιση των οφειλών τους.
Κομβική χαρακτηρίζεται επίσης η πρόβλεψη για υποχρεωτική πρόταση ρύθμισης από τους πιστωτές πριν τον πλειστηριασμό, καθώς και η κατάργηση της «στενής» προθεσμίας των 60 ημερών για τους ευάλωτους, που μεταφράζεται σε επιπλέον χρόνο άμυνας. Οι ρυθμίσεις με σταθερό επιτόκιο, μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υψηλότερο «κούρεμα» επί της βασικής οφειλής, δημιουργούν προϋποθέσεις για πραγματική αποσυμφόρηση του ιδιωτικού χρέους, όπως δείχνει και η εκρηκτική αύξηση των επιτυχών ρυθμίσεων: 50.710 μέσα στο 2025, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές 15,7 δισ. ευρώ.

Οι σκιές: Καθυστερήσεις, ανισορροπίες και «κόφτες»

Πίσω από τα θετικά νούμερα, όσοι βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» των διαπραγματεύσεων με servicers και τράπεζες καταγγέλλουν ότι η καθημερινή λειτουργία του μηχανισμού παραμένει δύσκαμπτη. Οι καθυστερήσεις στην επικοινωνία, η έλλειψη έγκαιρων απαντήσεων και η απόσταση ανάμεσα στα αυτοματοποιημένα σενάρια ρύθμισης και στις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής πολλών οφειλετών, δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας για το κατά πόσο η διαδικασία είναι πραγματικά «εξωδικαστική» ή τελικά υπαγορεύεται μονομερώς από τους πιστωτές.
Επιπλέον, νομικοί και φορείς επισημαίνουν ότι παρά τους βελτιωμένους όρους, σημαντικό μέρος των υπερχρεωμένων πολιτών εξακολουθεί να μένει εκτός, είτε γιατί δεν πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, είτε γιατί δεν μπορεί να «κουμπώσει» στις προτεινόμενες δόσεις με βάση τα πραγματικά εισοδήματά του. Το γεγονός ότι αρκετοί servicers επιδιώκουν –εκτός πλατφόρμας– ρυθμίσεις πιο επιβαρυντικές από αυτές που θα προέκυπταν μέσω του εξωδικαστικού, ενισχύει τις καταγγελίες ότι το εργαλείο δεν έχει ακόμη επιβληθεί ως ισχυρό «αντίβαρο» στην διαπραγματευτική τους ισχύ.

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Με τις πρόσφατες αναβαθμίσεις, ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει αποκτήσει σαφώς πιο κεντρικό ρόλο στην εθνική στρατηγική για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και την αποφυγή μαζικών πλειστηριασμών. Ωστόσο, το αν θα εξελιχθεί σε πραγματικό δίχτυ ασφαλείας για την κοινωνία ή σε μια ακόμη περίπλοκη πλατφόρμα για λίγους «εκλεκτούς» θα κριθεί από τρία στοιχεία: την ταχύτητα διεκπεραίωσης, τον βαθμό συμμόρφωσης των πιστωτών στο πνεύμα του νόμου και την προσαρμογή των ρυθμίσεων στις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών.
Η εμπειρία των πρώτων ετών δείχνει ότι όταν οι προτάσεις είναι ρεαλιστικές, το εργαλείο μπορεί να λειτουργήσει ως «βαλβίδα» εκτόνωσης για κόκκινα δάνεια και ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Αντίθετα, όταν οι ρυθμίσεις παραμένουν στα χαρτιά ή οδηγούν σε νέες αθετήσεις λίγα χρόνια αργότερα, ο εξωδικαστικός κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία του και να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας ακόμη σκληρός προθάλαμος πριν τον πλειστηριασμό.