Η παγκόσμια κρίση νοημοσύνης του 2028: Σενάριο καταστροφής της εργασίας από την ΑΙ

Η παγκόσμια κρίση νοημοσύνης του 2028: Σενάριο οικονομικής φαντασίας για καταστροφή της εργασίας από την ΑΙ​  
Ένα φανταστικό σενάριο οικονομικής φαντασίας όπου η εκρηκτική πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης δεν οδηγεί σε χρυσή εποχή ανάπτυξης, αλλά σε μια «Παγκόσμια Κρίση Νοημοσύνης» αναπτύσσει ανάλυση της Citrini Research, γραμμένη ως «μακροοικονομικό memo» από τον… Ιούνιο του 2028 αλλά διαβασμένη από το 2026.

Το σενάριο περιλαμβάνει μια βίαιη απομείωση της αξίας της ανθρώπινης εργασίας, κυρίως των «λευκών κολάρων», υπαλλήλων γραφείου με ειδίκευση, με τεράστιες παρενέργειες για την κατανάλωση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τη στεγαστική αγορά και τα δημόσια οικονομικά. 

Το κείμενο «THE 2028 GLOBAL INTELLIGENCE CRISIS» της Citrini Research, σε συνεργασία με τον Alap Shah (https://www.citriniresearch.com/p/2028gic), περιγράφεται ρητά ως «σκηνικό» και όχι κυριολεκτική πρόβλεψη, αλλά λειτουργεί ως προειδοποίηση για τον κίνδυνο να γίνει η ανθρώπινη νοημοσύνη πλεονάζων και παρωχημένος  πόρος πριν οι θεσμοί και οι πολιτικές προλάβουν να προσαρμοστούν.​

Η οικονομία του 2028 έχει βυθιστεί σε βαθιά ύφεση με ανεργία άνω του 10% και πτώση του S&P 500 κατά σχεδόν 40%, ύστερα από δύο χρόνια «ευφορίας της ΑΙ» και εκρηκτικής ανόδου των χρηματιστηρίων που είχαν προηγηθεί.​
Ο πυρήνας της κρίσης είναι η «σπείρα εκτόπισης νοημοσύνης»: οι εταιρείες απολύουν λευκά κολάρα, μεταφέρουν τη δαπάνη των μισθών σε δαπάνες για υπολογιστική ισχύ ΑΙ, η παραγωγικότητα απογειώνεται αλλά η κατανάλωση καταρρέει, και ο κύκλος αυτοτροφοδοτείται χωρίς φυσικό φρένο.​
Δημιουργείται φαινόμενο «Ghost GDP»: το ΑΕΠ και η παραγωγικότητα φαίνονται ισχυρά, αλλά το εισόδημα και η ζήτηση των νοικοκυριών συρρικνώνονται, γιατί τα κέρδη κατευθύνονται στους ιδιοκτήτες της υπολογιστικής ισχύος και όχι στην εργασία.​
Η αρχική πίεση φαίνεται στ0 SaaS, το λογισμικό νέφους (Software as a Service): εργαλεία - agents που επιτρέπουν σε επιχειρήσεις να «ξαναχτίσουν» εφαρμογές in‑house, συμπιέζοντας τις τιμές, κόβοντας θέσεις εργασίας και ενισχύοντας τον ανταγωνισμό από νέους παίκτες.​
Η ΑΙ δεν μένει στον κλάδο του software: κάθε εταιρεία με μεγάλο μισθολογικό κόστος σε θέσεις γραφείου υιοθετεί επιθετικά ΑΙ για να διασώσει τα περιθώρια κέρδους, εντείνοντας τις απολύσεις και τη μείωση μισθών σε όλο το φάσμα των υπηρεσιών.​
Το «όταν η τριβή πάει στο μηδέν»: AI agents αναλαμβάνουν τις καταναλωτικές αποφάσεις, διαπραγματεύονται συνδρομές, κάνουν price‑matching, διαλύουν τα περιθώρια κέρδους σε ταξιδιωτικές πλατφόρμες, ασφάλειες, συμβουλευτικές, φοροτεχνικά, real estate και παραδόσεις έτοιμου φαγητού.​
Τα επιχειρηματικά  μοντέλα που στηρίζονταν σε «συνήθεια» και ψυχολογική αδράνεια του καταναλωτή – από DoorDash και Uber Eats μέχρι ταξιδιωτικά sites και ασφαλιστικές – χάνουν την «τάφρο» τους, καθώς οι agents μεγιστοποιούν τιμή και ποιότητα χωρίς καμία αφοσίωση σε brands.​
Οι agents μετασχηματίζουν και τις πληρωμές: οι συναλλαγές μεταφέρονται σε stablecoins πάνω σε Solana/Ethereum L2, παρακάμπτοντας τις προμήθειες καρτών και χτυπώντας καίρια τράπεζες/εκδότες που ζούσαν από τις προμήθειες συναλλαγών.​
Η αγορά αρχικά βλέπει τις απώλειες ως «κλαδικό» ζήτημα, αλλά η Citiini υποστηρίζει ότι, σε μια οικονομία υπηρεσιών όπου τα λευκά κολάρα αποτελούν ~50% της απασχόλησης και ~75% της καταναλωτικής δαπάνης, η ΑΙ χτυπά στην ουσία του συστήματος.​
Η κλασική αφήγηση «η τεχνολογία καταστρέφει, αλλά δημιουργεί περισσότερες δουλειές» σπάει, γιατί η ΑΙ είναι γενικής χρήσης νοημοσύνη και βελτιώνεται ακριβώς σε ό,τι θα μπορούσαν να κάνουν οι άνθρωποι (software, management, ανάλυση, συντονισμός) σε άλλες θέσεις εργασίας.​
Δημιουργούνται νέες ειδικότητες (prompt engineers, AI safety, τεχνικοί υποδομών), αλλά είναι λίγες και χαμηλότερα αμειβόμενες σε σχέση με τα μαζικά, καλά αμειβόμενα jobs που χάνονται στα μεσαία στρώματα.​
Η κρίση περνά από την πραγματική οικονομία στις χρηματοπιστωτικές αγορές: Ομόλογα άνω των 2,5 τρισ. δολ. που είχαν τοποθετηθεί σε software/LBOs με υπόθεση «αιώνιας αύξησης ARR» αρχίζουν να γράφει βαριές ζημιές, με εμβληματικό παράδειγμα το default της Zendesk.​
Το αφήγημα «private credit = μόνιμο κεφάλαιο, ανθεκτικό όπως όχι οι τράπεζες του 2008» διαψεύδεται, καθώς αποκαλύπτεται ότι πίσω από τα «κλειδωμένα» κεφάλαια βρίσκονται ασφαλιστικές, αποζημιώσεις και τελικά αποταμιεύσεις νοικοκυριών.​
Οι ρυθμιστικές αρχές ασφαλιστικών αυστηροποιούν τους κεφαλαιακους κανόνες, πιέζουν για απομόχλευση και δημιουργούν εν δυνάμει κύμα αναγκαστικών πωλήσεων σε αγορά που ήδη βράζει.​
Παράλληλα, ανοίγει το «Mortgage Question»: το ερώτημα αν ακόμη και τα prime mortgages (780+ FICO, 20% down) παραμένουν «money good» όταν τα εισοδήματα των λευκών κολάρων απομειώνονται δομικά.​
Πόλεις‑σύμβολα της τεχνολογικής άνθησης – Σαν Φρανσίσκο, Σιάτλ, Όστιν – βλέπουν διψήφιες πτώσεις τιμών κατοικίας και άνοδο καθυστερήσεων πληρωμής στα δάνεια, παρά το ότι οι δανειολήπτες είναι τυπικά «υγιείς».​
Τα νοικοκυριά κρατούν τις δόσεις στεγαστικών με HELOC draws, 401(k) withdrawals και πιστωτικές, κόβοντας δραστικά κάθε διακριτική δαπάνη και αφήνοντας την κατανάλωση να καταρρεύσει πριν φανούν επισήμως τα NPLs.​
Η κρίση διαβρώνει και τα δημόσια οικονομικά: τα φορολογικά έσοδα από εισόδημα/μισθωτή εργασία βουλιάζουν, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας αυξάνονται, και ολόκληρη η δημοσιονομική βάση – φόρος στον χρόνο του ανθρώπου – γίνεται ασταθής.​
Το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ πέφτει δραματικά, από 56% το 2024 σε ~46% μέσα σε τέσσερα χρόνια, καθώς η παραγόμενη υπεραξία μεταφέρεται σε κεφάλαιο/υπολογιστική ισχύ και όχι σε μισθούς.​
Η πολιτική απάντηση σέρνεται: συζητήσεις για «Transition Economy Act» με απευθείας ενισχύσεις σε εκτοπισμένους εργαζόμενους και φόρο στο AI compute, καθώς και για «Shared AI Prosperity Act» που θα δίνει στο Δημόσιο μερίδιο στις αποδόσεις του ΑΙ.​
Η κοινωνική ένταση κλιμακώνεται (Occupy Silicon Valley, πολιορκίες σε OpenAI/Anthropic), ενώ η δημόσια οργή στρέφεται από τους bankers της GFC στους AI labs και τους ιδιοκτήτες compute.​
Το δομικό πρόβλημα: για πρώτη φορά στην οικονομική ιστορία, το πιο παραγωγικό asset (η ΑΙ) δημιουργεί λιγότερες, όχι περισσότερες, καλά αμειβόμενες δουλειές – η «πριμοδότηση της ανθρώπινης νοημοσύνης» απομειώνεται.​
Το κείμενο κλείνει με διπλή χρονική προοπτική: τον Ιούνιο 2028 η κρίση έχει ξεσπάσει, αλλά ο αναγνώστης βρίσκεται στον Φεβρουάριο 2026, με τον S&P σε ιστορικά υψηλά και «τον καναρίνι ακόμη ζωντανό», άρα υπάρχει ακόμη χρόνος για επανασχεδιασμό θεσμών και πολιτικών.​
Στον φανταστικό Ιούνιο του 2028, η Citrini Research στέλνει στους πελάτες της ένα macro memo που μοιάζει περισσότερο με προειδοποιητική ιστορία παρά με κλασική ανάλυση αγοράς. Η «Παγκόσμια Κρίση Νοημοσύνης» που περιγράφει δεν είναι προϊόν κατάρρευσης της ΑΙ, αλλά ακριβώς το αντίθετο: είναι το σενάριο όπου η αισιοδοξία για την τεχνητή νοημοσύνη αποδεικνύεται σωστή τεχνολογικά αλλά καταστροφική οικονομικά, επειδή η κοινωνία και οι θεσμοί παραμένουν κολλημένοι σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη νοημοσύνη θεωρείται ακόμη σπάνια και πολύτιμη.​

Μέσα σε δύο χρόνια, από τον Οκτώβριο του 2026 έως τα μέσα του 2028, η εικόνα αλλάζει δραματικά. Στην αρχή, το αφήγημα είναι η γνωστή αισιοδοξία της Σίλικον Βάλεϊ: η προσωπική ανεργία ίσως αυξηθεί σε ορισμένους κλάδους, όμως η συνολική παραγωγικότητα εκτινάσσεται, το ΑΕΠ τρέχει με υγιείς ρυθμούς, τα περιθώρια κέρδους διευρύνονται και οι χρηματιστηριακοί δείκτες σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Μέχρι το φθινόπωρο του 2026, ο S&P 500 πλησιάζει τις 8000 μονάδες και ο Nasdaq ξεπερνά τις 30.000, σε μια αγορά που είναι de facto παιχνίδι πάνω στην ΑΙ.​

Στον μικροσκοπικό κόσμο των εταιρικών ισολογισμών, όλα φαίνονται λογικά. Οι πρώτες απολύσεις λευκών κολάρων, κυρίως σε software και συμβουλευτικές υπηρεσίες, επιτρέπουν στις εταιρείες να μειώσουν δραστικά τη μισθολογική δαπάνη, να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε υπολογιστική ισχύ ΑΙ και να παρουσιάσουν εντυπωσιακά κέρδη ανά μετοχή. 

Οι κυβερνήσεις καμαρώνουν για τη «μεγαλύτερη άνοδο παραγωγικότητας από τη δεκαετία του 1950», χωρίς να βλέπουν ότι οι αριθμοί κρύβουν μια θεμελιώδη ασυμμετρία: η παραγωγή αυξάνει, αλλά μεγάλο μέρος της ζήτησης που θα την απορροφούσε – οι μισθοί και η κατανάλωση των λευκών κολάρων – εξαφανίζεται.​

Κάπως έτσι γεννιέται ο όρος «Ghost GDP»: παραγωγή που εμφανίζεται στις εθνικολογιστικές καταγραφές, αλλά δεν κυκλοφορεί ποτέ στην πραγματική οικονομία, επειδή δεν διαχέεται σε εργαζόμενους και νοικοκυριά. Η ΑΙ αποδίδει περισσότερη δουλειά ανά ώρα από οποιαδήποτε προηγούμενη τεχνολογία, αλλά ο κύριος ωφελημένος είναι οι ιδιοκτήτες της υπολογιστικής δύναμ και όχι η εργασία. Η κλασική κυκλική μηχανή – μισθοί, κατανάλωση, φόροι, επενδύσεις – αρχίζει να μπλοκάρει αθόρυβα.​

Η αφήγηση της Citrini ξεκινά από τον χώρο που πρώτος βρέθηκε στο στόχαστρο της ΑΙ: τις εταιρείες λογισμικού και τις υπηρεσίες SaaS (Software as a service). Στα τέλη του 2025, τα agentic coding tools κάνουν άλμα ισχύος. Ένας ικανός developer με εργαλεία όπως Claude Code ή Codex μπορεί να αναπαράγει τον πυρήνα ενός mid‑market SaaS προϊόντος σε λίγες εβδομάδες – όχι τέλεια, αλλά αρκετά καλά ώστε ο CIO να ρωτάει: «Κι αν το χτίσουμε μόνοι μας και γλιτώσουμε το ετήσιο συμβόλαιο;». Στις ανανεώσεις του 2026, οι ομάδες προμηθειών φέρνουν στις διαπραγματεύσεις όχι απλώς πίεση στο κόστος, αλλά και το επιχείρημα ότι η ίδια η ΑΙ μπορεί να αντικαταστήσει την πλατφόρμα.​

Ολόκληρος η αγορά του SaaS – εταιρείες όπως Monday.com, Zapier, Asana – μπαίνει σε περιβάλλον ανελέητου πολέμου τιμώνr, ενώ ακόμη και οι «ασφαλείς» πάροχοι συστημάτων ανακαλύπτουν ότι οι ίδιοι οι πελάτες τους κόβουν προσωπικό και ακυρώνουν άδειες χρήσης. Εμβληματική είναι η περίπτωση της ServiceNow, όπου οι περικοπές προσωπικού των πελατών μεταφράζονται μηχανικά σε 15% λιγότερες θέσεις εργασίας με απολύσεις και «προγράμματα δομικής αποδοτικότητας».​

Η πραγματική τομή όμως δεν είναι κλαδική, αλλά συστημική: οι εταιρείες που απειλούνται περισσότερο από την ΑΙ γίνονται οι πιο επιθετικοί χρήστες της. Με τις μετοχές τους να έχουν χάσει 40-60% και τα boards να απαιτούν δράση, δεν έχουν την «πολυτέλεια» του Kodak ή του Blockbuster να αντισταθούν και να πεθάνουν αργά. Αντίθετα, κόβουν προσωπικό για να χρηματοδοτήσουν ακόμη περισσότερη ΑΙ, κερδίζοντας χρόνο σε βάρος των εργαζομένων και της ευρύτερης ζήτησης. Κάθε δολάριο μισθού που εξοικονομείται γίνεται επένδυση σε υπολογιστική ισχύ, που με τη σειρά του καθιστά δυνατή την επόμενη δόση απολύσεων.​

Το ίδιο μοτίβο, υποστηρίζει η Citrini, ξεφεύγει πολύ γρήγορα από το software. Καθώς LLMs και agents γίνονται ενσωματωμένοι σε κάθε συσκευή, η χρήση τους περνά στην καθημερινότητα χωρίς καν οι πολίτες να το αντιλαμβάνονται: όπως δεν χρειάστηκε να μάθουν τι είναι «cloud» για να χρησιμοποιούν streaming, έτσι δεν χρειάζεται να καταλαβαίνουν «agentic AI» για να της αναθέτουν αποφάσεις. Ένα από τα πιο ανατρεπτικά επεισόδια είναι η ανάθεση των καταναλωτικών επιλογών σε agents, οι οποίοι τρέχουν στο background, ανανεώνουν συνδρομές μόνο όταν έχουν αξία, επαναδιαπραγματεύονται τιμές, σκανάρουν εναλλακτικούς παρόχους, κάνουν price‑matching σε κλάδους όπως ταξίδια, ασφάλειες, online delivery και συνδρομητικές υπηρεσίες.​

Εδώ καταρρέει ένα τεράστιο «στρώμα ενδιάμεσων» στην οικονομία. Για δεκαετίες, οι πλατφόρμες και οι μεσάζοντες είχαν χτίσει αξία πάνω στην ανθρώπινη τριβή: στην έλλειψη χρόνου, στην κόπωση, στην προτίμηση του «γνωστού app», στην εχθρότητα απέναντι σε επιπλέον clicks. Οι agents, που δεν κουράζονται, δεν συγκινούνται από slick UX, δεν «βαριούνται να αλλάξουν συνήθεια», καταστρέφουν αυτά τα οχυρώματα μέσα σε λίγους κύκλους ανανέωσης. Οι ταξιδιωτικές πλατφόρμες βλέπουν τους agents να χτίζουν custom itineraries φθηνότερα και γρηγορότερα. Οι ασφαλιστικές χάνουν την κρυφή απόδοση από αδρανείς ανανεώσεις, καθώς οι agents αλλάζουν την τακτική κάθε χρόνο.​

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Apps των διανομών. DoorDash και Uber Eats χάνουν την ισχύ της «συνήθειας», όταν οι developers λανσάρουν δεκάδες νέα delivery apps με επιθετικές προμήθειες υπέρ των οδηγών, και οι agents διαλέγουν κάθε φορά την βέλτιστη επιλογή. 

Η αφοσίωση στο app, ο βασικός τους asset, αποδεικνύεται απλώς ανθρωπο-κεντρική τριβή με φιλικό interface.

 Είναι μια μικρή, ειρωνική παρηγοριά: όταν οι άνεργοι - λευκά κολάρα γίνονται οδηγοί, κρατούν μεγαλύτερο μερίδιο της αμοιβής – μέχρι, βέβαια, να τους αντικαταστήσουν αυτόνομα οχήματα.​

Καθώς οι agents παίρνουν τον έλεγχο και της ροής πληρωμών, μετακινούνται από τις κάρτες σε stablecoins και on‑chain rails, πιέζοντας τα έσοδα από συναλλαγές και τα μοντέλα των καρτοεκδοτριών τραπεζών. Η Citiini στέκεται στο παράδειγμα της Mastercard, της American Express και άλλων εκδοτών που βλέπουν τις πωλήσεις  να στηρίζονται αλλά τα περιθώρια κέρδους να συρρικνώνονται, ενώ αγορές ανταμείβουν περισσότερο παίκτες όπως η Visa που έχουν μεταφερθεί σε υποδομές stablecoins.​

Μέχρι τα τέλη του 2027, η κατάσταση έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της τεχνολογίας και αποτυπώνεται στο εργασιακό. Τα στοιχεία δείχνουν κατακόρυφη πτώση αγγελιών σε software, finance, consulting, με την απασχόληση των λευκών κολάρων να συρρικνώνεται, ενώ τα blue‑collar jobs, χειρωνακτικές εργασίες, μένουν πιο σταθερά. Η κλασική υπόθεση ότι τα λευκά κολάρα «θα βρουν κάτι άλλο να κάνουν» δεν λειτουργεί, γιατί η ΑΙ ακριβώς εκεί βελτιώνεται: στη διοίκηση, στον συντονισμό, στην ανάλυση, στο coding, στη γραφειοκρατία.​

Η Citrini περιγράφει πώς οι απολυμένοι λευκά κολάρα «κατεβαίνουν» προς τα κάτω, μπαίνοντας σε gig economy και υπηρεσίες, συμπιέζοντας μισθούς και στο χαμηλότερο άκρο. Ένα παράδειγμα είναι η product manager των 180.000 δολαρίων στο Salesforce που μετά από έξι μήνες ανεργίας καταλήγει οδηγός Uber με 45.000 δολάρια ετήσιο εισόδημα. Όταν αυτό πολλαπλασιαστεί επί εκατοντάδες χιλιάδες, το αποτέλεσμα είναι μια ευρεία συμπίεση μισθών και μια βίαιη πτώση της διακριτικής κατανάλωσης από τα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια.​

Εδώ η ανάλυση χτυπά ένα σημείο που σπάνια αναδεικνύεται: η απώλεια θέσεων εργασίας δεν είναι ομοιόμορφη. Η ανεργία ίσως δεν φαίνεται εκτός ελέγχου σε aggregate επίπεδο, αλλά οι απολύσεις συγκεντρώνονται στο top 10‑20% των εισοδημάτων, που αντιστοιχούν σε πάνω από 50‑65% της κατανάλωσης στις ΗΠΑ. Μικρή ποσοστιαία μείωση της απασχόλησης σε αυτό το στρώμα μεταφράζεται σε πολλαπλάσια πτώση της δαπάνης για σπίτια, αυτοκίνητα, ταξίδια, εστιατόρια, ιδιωτική εκπαίδευση, ανακαινίσεις – δηλαδή σε ό,τι τροφοδοτεί την οικονομία υπηρεσιών.​

Από το σημείο αυτό, η κρίση περνά στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Η τεράστια βιομηχανία εξωτραπεζικής χρηματοδότησης (asset managers και private equity funds) που είχε διογκωθεί άνω των 2,5 τρισ. δολαρίων, βρίσκει στον τοίχο τα δάνεια προς SaaS και τεχνολογικές εταιρείες που είχαν τιμολογηθεί σε εξωφρενικούς πολλαπλασιαστές πάνω στην υπόθεση ότι το ARR είναι σχεδόν αιώνιο. 

Με την ΑΙ να εξαφανίζει την πελατειακή βάση ή να συμπιέζει τις τιμές, τα έσοδα γίνονται «απλώς έσοδα που δεν έχουν φύγει ακόμη». Ο ιστορικός δανεισμός για την εξαγορά της Zendesk, που είχε στηθεί ως case study πάνω στην «ασφάλεια» του recurring revenue, μετατρέπεται στο μεγαλύτερο private credit default στον κλάδο software.​

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ο τρόπος χρηματοδότησης: τα μεγάλα alternative asset managers έχουν αγοράσει ασφαλιστικές και χρησιμοποιούν τα premiums από ετήσιες αποζημιώσεις ως «μόνιμο κεφάλαιο» για να χρηματοδοτούν private credit. Στη θεωρία, αυτό τους προστατεύει από bank‑run και αναγκαστικές πωλήσεις. Στην πράξη, οι ζημιές γράφονται σε ισολογισμούς ασφαλιστικών που οφείλουν να προστατεύουν τα χρήματα συνταξιοδοτικών και μικροκαταθετών. Με τις ρυθμιστικές αρχές να αυστηροποιούν το καθεστώς κεφαλαίων για τέτοιου είδους περιουσιακά στοιχεία, η έννοια του «permanent capital» αποδεικνύεται εύθραυστη.​

Στο φόντο αυτό, ανοίγει το πιο επικίνδυνο μέτωπο: η αγορά στεγαστικών. Η ανάλυση της Citrini θέτει το ερώτημα αν, σε ένα περιβάλλον όπου η εισοδηματική προοπτική των λευκών κολάρων έχει υποστεί δομικό σοκ, μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε ασφαλή τα prime mortgages που στηρίχθηκαν σε μισθούς και καριέρες μιας άλλης εποχής. Οι πρώτες ρωγμές εμφανίζονται σε αγορές όπως το Σαν Φρανσίσκο, το Σιάτλ και το Όστιν, όπου οι τιμές κατοικίας γυρίζουν σε αρνητικό κάθε χρονιά και οι καθυστερήσεις ανεβαίνουν, παρά το υψηλό credit score των δανειοληπτών.​

Τα νοικοκυριά σφίγγουν τα δόντια, συνεχίζουν να πληρώνουν τη δόση χρησιμοποιώντας HELOCs, βγάζοντας λεφτά από τα 401(k) και φορτώνοντας πιστωτικές – και κόβουν κάθε άλλη δαπάνη. Αυτή η «σιωπηλή» πίεση δεν φαίνεται αμέσως στα NPLs, αλλά συνδυάζεται με την πτώση μισθών και τη διάβρωση των αποταμιεύσεων, σε σημείο που αρκεί ένα ακόμη σοκ για να μετατραπεί σε πραγματική κρίση στεγαστικών. Στο πιο σκοτεινό σενάριο, η αγορά MBS σπάει στο δεύτερο εξάμηνο του 2028 και η πτώση του S&P προσεγγίζει το 57% της GFC.​

Η κρίση, ωστόσο, δεν είναι μόνο ιδιωτική. Το memo περιγράφει μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που στηρίζεται σε φόρους πάνω στον χρόνο των ανθρώπων – εισόδημα και payroll – τη στιγμή που η παραγωγικότητα και τα κέρδη μεταφέρονται σε μηχανές και υποδομές. Τα φορολογικά έσοδα υπολείπονται των προβλέψεων κατά περίπου 12%, ενώ οι δαπάνες για επιδόματα και μεταβιβάσεις αυξάνονται. Οι αυτόματοι σταθεροποιητές, σχεδιασμένοι για προσωρινή ανεργία, αναγκάζονται να χρηματοδοτούν όλο και πιο μόνιμες απώλειες εισοδημάτων. Το αποτέλεσμα είναι μεγάλα ελλείμματα χωρίς τη βεβαιότητα ότι η κατάσταση θα «επανακάμψει» όπως μετά από έναν κλασικό οικονομικό κύκλο.​

Σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζονται στο τραπέζι ιδέες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ακραίες: ένα «Transition Economy Act» με απευθείας μεταβιβάσεις σε εργαζόμενους που εκτοπίζονται από την ΑΙ, χρηματοδοτούμενο από φόρο στο υπολογιστικό νέφος, αλλά και ένα «Shared AI Prosperity Act» που θα δίνει στο Δημόσιο έναν θεσμικό μερίδιο στις αποδόσεις των ΑΙ υποδομών – κάτι σαν υβρίδιο sovereign wealth fund και royalty πάνω στην έξοδο της ΑΙ. 

Οι πολιτικές αντιστάσεις είναι οξείες: η δεξιά καταγγέλλει «μαρξισμό» και στρατηγικό αυτοχειριασμό έναντι της Κίνας, η αριστερά φοβάται ρυθμιστική αιχμαλωσία, τα «γεράκια» κοιτούν τα ελλείμματα, τα «περιστέρια» προβάλλουν τη ζημιά από την πρόωρη λιτότητα μετά το 2008.​

Θα περίμενε κανείς ότι μπροστά σε τόσο δραματικές περιγραφές, η ανάλυση θα έκλεινε με έναν τόνο μοιρολατρίας. 

Αντίθετα, η Citrini επιλέγει μια πιο περίπλοκη ισορροπία: παραδέχεται ότι ζούμε την «αποτίμηση» της ανθρώπινης νοημοσύνης, καθώς η μηχανική νοημοσύνη καθιστά τη δική μας λιγότερο σπάνια και άρα λιγότερο πολύτιμη. Όμως επιμένει ότι «repricing δεν σημαίνει κατάρρευση». Η οικονομία μπορεί να βρει νέο σημείο ισορροπίας – αρκεί να σχεδιαστούν νέοι θεσμοί, νέα φορολογικά και κοινωνικά συμβόλαια, νέα frameworks που δεν θεωρούν δεδομένη τη σπανιότητα της ανθρώπινης σκέψης.​

Εκεί επανέρχεται το χρονικό παιχνίδι του κειμένου. Όλα όσα περιγράφονται ως Ιούνιος 2028 διαβάζονται τον Φεβρουάριο του 2026, με τις αγορές κοντά σε ιστορικά υψηλά και την πολιτική τάξη ακόμη σε φάση αυτοϊκανοποίησης για το «AI boom». 

Το καναρίνι στα ανθρακωρυχεία – η ανθρώπινη νοημοσύνη που τώρα γίνεται πλεονάζουσα – είναι ακόμη ζωντανό. 

Η κεντρική ιδέα της Citrini είναι πως, αν υπάρχει ελπίδα, δεν βρίσκεται σε τεχνικές λύσεις αλλά στην πολιτική και θεσμική φαντασία: στο αν οι κοινωνίες θα αναγνωρίσουν έγκαιρα ότι η εργασία όπως τη ξέραμε δεν είναι πια ο βασικός φορέας της ανάπτυξης και θα χτίσουν από την αρχή τον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται ο πλούτος μιας οικονομίας όπου η ανθρώπινη συμβολή έχει πάψει να είναι σπάνια.