Κουρεύονται οι ποινές για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Μειώνονται οι ποινές κάθειρξης και τα χρηματικά πρόστιμα για όσους καταδικάζονται για «μαύρο χρήμα», με το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.

Με τις προωθούμενες διατάξεις, πλέον τα πρόστιμα θα είναι αναλογικά της οικονομικής κατάστασης των καταδικασθέντων, ενώ τροποποιούνται οι διατάξεις για την ηθική αυτουργία σε υποθέσεις ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και τη διαδικασία δέσμευσης περιουσίας των εμπλεκόμενων.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά στην ηθική αυτουργία ή συνέργεια σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε χρόνο προγενέστερο από την κύρια πράξη, δεν θα παραγράφονται πριν από την τελευταία, όπως συμβαίνει με τη ισχύουσα ρύθμιση, η οποία ανάγει την ηθική αυτουργία και τη συνέργεια σε αυτοτελείς εγκληματικές συμπεριφορές. Με το νέο πλαίσιο, οι πράξεις ηθικής αυτουργίας και συνέργειας θα διέπονται εφεξής από τον γενικό κανόνα της παρ. 2 του άρθρου 112 του Ποινικού Κώδικα.

Σύμφωνα με τον Π.Κ. «η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Σε περίπτωση συμμετοχής η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού».

Αναφορικά με το μέτρο της δήμευσης της περιουσίας των καταδικασθέντων για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, με τη νέα ρύθμιση προβλέπεται, πως, όταν το δημευτέο περιουσιακό στοιχείο ανήκει σε τρίτο φυσικό πρόσωπο θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά η γνώση του τελευταίου για την τέλεση του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων νομιμοποίησης, γνώση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή της δήμευσης εις βάρος του.

Επίσης, εναλλακτικά, η ποινή του προστίμου αντί της δήμευσης, δύναται να επιβληθεί και όταν τα περιουσιακά αντικείμενα, τα οποία θα μπορούσαν να δημευθούν, ανήκουν σε τρίτο στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση, π.χ. διότι ήταν καλόπιστος κατά τον χρόνο κτήσης αυτών. 

Ακόμη, σε κάθε περίπτωση δήμευσης το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του ζημιωθέντος από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης.

Δέσμευση περιουσίας

Για την επιβολή του μέτρου, όταν διενεργείται τακτική ανάκριση, δεν αρκούν πλέον «βάσιμες υπόνοιες», αλλά χρειάζονται σοβαρές ενδείξεις ότι τα υπό δέσμευση περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από την τέλεση των βασικών αδικημάτων ή των αδικημάτων νομιμοποίησης.

Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα του ζημιωθέντος από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης να αποκτήσει δικαιώματα επί των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, ακόμα και μετά την επιβολή της δέσμευσης.

Προβλέπεται η αυτοδίκαιη άρση της δέσμευσης εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει αμετακλήτως παραπεμφθεί στο ακροατήριο εντός πενταετίας από την έκδοση της διάταξης ή του βουλεύματος με τα οποία επιβάλλεται το μέτρο.

Όταν τελείται η αξιόποινη πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή κάποιο βασικό αδίκημα, επιβάλλεται ο αποκλεισμός από αναθέσεις έργων και υπηρεσιών, προμήθειες και διαγωνισμούς του δημοσίου ή των νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα. 

Με μια μεταβατική διάταξη, αποτρέπεται το ενδεχόμενο να επέλθει η αυτοδίκαιη άρση της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, πριν συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών από την επιβολή του μέτρου της δέσμευσης ή πάντως έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μακρότερο των τεσσάρων (4) ετών. Όσον αφορά στις περιπτώσεις αυτές, προβλέπεται, ότι η αυτοδίκαιη άρση της δέσμευσης επέρχεται μόνο εφόσον παρέλθει διάστημα ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του νόμου, χωρίς να λάβει χώρα ενδιαμέσως η αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο.

Οι ποινικές κυρώσεις

Σημαντικές είναι οι αλλαγές που επέρχονται στις ποινικές κυρώσεις για όσους καταδικάζονται για μαύρο χρήμα. Ειδικότερα γίνεται διάκριση με βάση το ύψος του ξεπλύματος μαύρου χρήματος ώστε αν είναι μέχρι 120.000 ευρώη κάθειρξη μειώνεται από 10 σε 8 χρόνια το ανώτατο όριο, ενώ διατηρείται στα 10 χρόνια, όταν η ζημιά είναι μεγαλύτερη.

Μειώνονται όμως δραστικά τα χρηματικά πρόστιμα τα οποία προσαρμόζονται στην οικονομική δυνατότητα του καταδικασθέντος, σε εφαρμογή των νέων διατάξεων για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων σε «ημερήσιες μονάδες».

Με τον καθορισμό του ύψους της αξίας κάθε μονάδας αξιολογείται η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Σε κάθε περίπτωση η χρηματική ποινή είναι το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού αυτών των δύο μεγεθών, ήτοι οι ημερήσιες μονάδες επί το οριζόμενο ύψος τους το οποίο κυμαίνεται από 1 έως 100 ευρώ.

Αναλυτικότερα, οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για το μαύρο χρήμα είναι:

  • Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη. Ο ισχύων νόμος προβλέπει 10ετή κάθειρξη
  • Ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες:

- αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ή
- αν η πράξη τελείται από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας .
- αν η περιουσία που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης προέρχεται από τα κακουργήματα.

  • Ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες (έως 1.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης. Σήμερα η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι το ποσό των 2.000.000 ευρώ.
  • Αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες. Αν η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα, επιβάλλεται φυλάκιση και χρηματική ποινή έως πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες.
  • Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.
  • Σε κάθε περίπτωση, ο αυτουργός ή ο συμμέτοχος μένει ατιμώρητος εάν κριθεί ένοχος, με την ίδια ή με προγενέστερη απόφαση, για την τέλεση του βασικού αδικήματος, εκτός εάν για την πράξη της νομιμοποίησης απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή με υψηλότερο ανώτατο όριο. Η απαλλαγή δεν αποκλείει την επιβολή ποινής στους λοιπούς αυτουργούς ή συμμετόχους της πράξης της νομιμοποίησης. 
  • Με φυλάκιση και χρηματική ποινή έως πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι οικείος του υπαιτίου του βασικού αδικήματος.
  • Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη και χρηματική ποινή έως διακόσιες (200) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις.