Ο Τραμπ ανεβάζει στο 25% τους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα: Τι σημαίνει για την Ευρώπη

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε νέα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυξάνοντας τους δασμούς στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισάγονται από την Ευρώπη στο 25%. Η απόφαση έρχεται λιγότερο από έναν χρόνο μετά τη συμφωνία που είχε περιορίσει τους δασμούς στο 15%, με αντάλλαγμα δεσμεύσεις της ΕΕ για επενδύσεις και αλλαγές πολιτικής. Η κίνηση πλήττει έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και προσθέτει ένα νέο μέτωπο αβεβαιότητας για τις αγορές.

Σε πρόσφατες δηλώσεις του, ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί, ανακοινώνοντας ότι οι δασμοί στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά από την ΕΕ θα αυξηθούν στο 25% «την επόμενη εβδομάδα». Πρόκειται για σημαντική αύξηση σε σχέση με το ισχύον καθεστώς 15%, που είχε συμφωνηθεί σε συνάντηση πέρυσι, και σηματοδοτεί επιστροφή σε πιο επιθετική γραμμή στο μέτωπο του εμπορίου.



Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, η απόφαση στοχεύει σε έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο κλάδο για την Ευρώπη: την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο τομέας συνεισφέρει σημαντικό ποσοστό στο ΑΕΠ πολλών χωρών–μελών, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, ενώ υποστηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας σε παραγωγή, προμηθευτές εξαρτημάτων, logistics και υπηρεσίες. Η αύξηση των δασμών στις εξαγωγές προς μια αγορά-κλειδί όπως οι ΗΠΑ αναμένεται να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών ή να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών για τους καταναλωτές στις ΗΠΑ, ή και στα δύο.


Η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές αγορές ήδη σταθμίζουν τον αντίκτυπο της υψηλής –αν και αποκλιμακούμενης– νομισματικής σύσφιξης και των κινδύνων για την ανάπτυξη. Οι ειδήσεις για την κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου προστίθενται σε ένα περιβάλλον όπου οι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε κλάδους που είναι εκτεθειμένοι στο διεθνές εμπόριο, όπως τα βιομηχανικά και τα αυτοκινητοσχετιζόμενα blue chips.


Για την Ελλάδα, η άμεση έκθεση στον δασμό είναι περιορισμένη, καθώς η χώρα δεν διαθέτει ισχυρή εγχώρια παραγωγή αυτοκινήτων που εξάγονται στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η επίδραση μπορεί να έρθει έμμεσα μέσα από:

  • την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης σε βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας στην Ευρωζώνη,

  • πιθανές πιέσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανική παραγωγή που επηρεάζουν τη συνολική ζήτηση,

  • μεταβολές στο επενδυτικό κλίμα και τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας.



Για τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, η αύξηση των δασμών σημαίνει άμεση πίεση στα περιθώρια κέρδους και πιθανή αναθεώρηση επενδυτικών σχεδίων σε παραγωγικές μονάδες και έρευνα. Για τις ευρωπαϊκές οικονομίες συνολικά, προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας σε μια περίοδο που η ανάπτυξη είναι εύθραυστη και η νομισματική πολιτική παραμένει περιοριστική. Για την Ελλάδα, η επίδραση είναι έμμεση, αλλά συνδέεται με τη γενικότερη πορεία της ευρωζώνης, τις εξαγωγές και τον τουρισμό, που επηρεάζονται από το διαθέσιμο εισόδημα και την εμπιστοσύνη στην Ευρώπη. Για τους επενδυτές, το νέο επεισόδιο στον εμπορικό πόλεμο σημαίνει αυξημένη μεταβλητότητα και ανάγκη προσεκτικής στάθμισης της έκθεσης σε κλάδους με υψηλή εξάρτηση από διεθνείς ροές εμπορίου.

Επιπλέον, το μέτρο μπορεί να πυροδοτήσει αντίμετρα από την πλευρά της ΕΕ, είτε στοχευμένα στον ίδιο κλάδο είτε σε άλλους τομείς, όπως τα αγροτικά προϊόντα ή τα βιομηχανικά αγαθά. Ένα τέτοιο σπιράλ αντιποίνων θα αύξανε περαιτέρω την αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο, σε μια περίοδο που οι επιχειρήσεις έχουν ήδη να αντιμετωπίσουν υψηλό ενεργειακό κόστος και μεταβαλλόμενο επιτόκιο δανεισμού.


Στο πολιτικό επίπεδο, η απόφαση Τραμπ εγγράφεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης προς την Ευρώπη, με αιτήματα για περισσότερες επενδύσεις στις ΗΠΑ και για πολιτικές που ευνοούν τις αμερικανικές εξαγωγές. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κίνηση μπορεί να παρουσιαστεί ως μέτρο προστασίας της εγχώριας βιομηχανίας και των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε πολιτείες με ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία.