Διχασμένοι οι ξένοι αναλυτές για την αναβάθμιση του ΧΑ - Τα συν και τα πλην

Οι πρώτες θετικές παρενέργειες από την είσοδο της Αθήνας στην Euronextαποκαλύφθηκαν από την Bank of America που μίλησε για εισροές σχεδόν μισού δις δολαρίων στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά το πρώτο μήνα  του έτους

Η προσδοκία αναβάθμισης έθεσε σε λειτουργία ένα μηχανισμό προεξόφλησης με σημαντικές εισροές ξένων κεφαλαίων, που έχουν επιταχύνει την άνοδο της αγοράς μέσα στον Ιανουάριο και τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου. 

Όμως, σχετικά με την πορεία μετά την αναβάθμιση, οι αναλυτές των ξένων οίκων δυσκολεύονται να συμφωνήσουν αν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι θετικό για την αγορά.

Η αμερικανική τράπεζα JP Morgan εμφανίζεται ίσως ως η πλέον επιφυλακτική για τη μηχανική των ροών κεφαλαίων. Στις αναλύσεις της έχει επισημάνει επανειλημμένα τον κίνδυνο η Ελλάδα να μετατραπεί σε «μικρό ψάρι σε έναν τεράστιο ωκεανό». Σύμφωνα με τους αναλυτές της, ως Αναδυόμενη Αγορά, η Ελλάδα απολαμβάνει ένα σεβαστό βάρος στους δείκτες, προσελκύοντας το ενδιαφέρον εξειδικευμένων διαχειριστών κεφαλαίων που ψάχνουν αποδόσεις. Σε περίπτωση αναβάθμισης, το ειδικό βάρος της χώρας στους δείκτες MSCI Europe ή MSCI World θα είναι μικροσκοπικό (εκτιμάται κάτω του 0,40% στον ευρωπαϊκό δείκτη). Η JP Morgan προειδοποιεί για το σενάριο όπου τα ενεργητικά κεφάλαια (active funds) των Αναδυόμενων Αγορών θα αποχωρήσουν γρηγορότερα από ό,τι θα εισρεύσουν τα παθητικά κεφάλαια (passive funds) των Ανεπτυγμένων, δημιουργώντας κενό ρευστότητας. Μάλιστα, σε πρόσφατες αναφορές της σημείωνε χαρακτηριστικά πως «δεν υπάρχει ακόμη ουσιαστική πίεση από τους πελάτες των Ανεπτυγμένων Αγορών για προσθήκη της Ελλάδας», υπονοώντας ότι η αγορά ίσως να λειτουργεί καλύτερα υπό το τρέχον καθεστώς.

Στον αντίποδα, η Morgan Stanley τηρεί μια στάση "Overweight" για τις ελληνικές μετοχές, εστιάζοντας στη μεγάλη εικόνα. Για τον οίκο, η αναβάθμιση αποτελεί ένα «δομικό ορόσημο» (structural milestone) που θα πιστοποιήσει την ολική επαναφορά της Ελλάδας. Αν και αναγνωρίζει τις βραχυπρόθεσμες τεχνικές δυσκολίες και την πιθανή μεταβλητότητα κατά τη μεταβατική περίοδο, η Morgan Stanley βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο. Εκτιμά ότι οι εισροές από τα τεράστια παθητικά κεφάλαια που ακολουθούν τους δείκτες των Ανεπτυγμένων Αγορών θα υπερκαλύψουν τελικά τις εκροές. Ειδική μνεία κάνει στον τραπεζικό κλάδο (Πειραιώς, Eurobank, Εθνική, Alpha) και στον ΟΠΑΠ, θεωρώντας ότι αυτές οι μετοχές πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στην ελίτ των δεικτών, δηλαδή στην κατηγορία της μεγάλης κεφαλαιοποίησης. Για τη Morgan Stanley, η αναβάθμιση είναι ο καταλύτης που θα μειώσει περαιτέρω το ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium) των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων.

Η Jefferies στην πιο πρόσφατη ανάλυσή της επισημαίνει ότι η Ελλάδα είναι το καλύτερο επενδυτικό story στην Ευρώπη, αλλά η αναβάθμιση κρύβει μια τεχνική παγίδα. Κάνει λόγο για κίνδυνο «υποβάθμισης μέσω αναβάθμισης», προειδοποιώντας ότι η μετάβαση στις Ανεπτυγμένες Αγορές μπορεί τεχνικά να λειτουργήσει ως «downgrade» όσον αφορά τις ροές κεφαλαίων. Η Ελλάδα σήμερα έχει σημαντική στάθμιση στους δείκτες Αναδυόμενων Αγορών (περίπου 0,61%). Στους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών, η στάθμισή της θα είναι μικροσκοπική (μόλις 0,07% στον παγκόσμιο δείκτη MSCI AC World). Η Jefferies εκτιμά ότι οι εκροές από τα funds που επενδύουν σε Αναδυόμενες Αγορές (που θα αναγκαστούν να πουλήσουν) θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερες από τις εισροές των funds των Ανεπτυγμένων Αγορών (που θα αγοράσουν).

Η βρετανική HSBC προσεγγίζει το ζήτημα μέσω των θεμελιωδών μεγεθών. Η ανάλυσή της εστιάζει στο γεγονός ότι οι ελληνικές μετοχές, και δη οι τράπεζες, διαπραγματεύονται με σημαντικό έκπτωση (discount) έναντι των ευρωπαϊκών αντιστοίχων τους. Η αναβάθμιση, θεωρητικά, θα έκλεινε αυτή την ψαλίδα. Ωστόσο, η HSBC έχει επισημάνει στο παρελθόν τον κίνδυνο μιας ιδιότυπης «υποβάθμισης»: Καθώς η Ελλάδα θα έχει ελάχιστη συμμετοχή στους δείκτες DM, θα πάψει να είναι προτεραιότητα για τους αναλυτές και τους διαχειριστές που παρακολουθούν την περιοχή EEMEA (Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Αφρική), όπου σήμερα η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια. Η "αορατότητα" είναι ο κίνδυνος που η HSBC ζυγίζει απέναντι στα θεμελιώδη μεγέθη.