Η ΕΕ απλώνει το «Made in Europe» σε 40 χώρες – Τουρκικός πανηγυρισμός, ελληνικό «μπλόκο» από Φαραντούρη


Η νέα βιομηχανική στρατηγική «Made in Europe» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξελίσσεται σε  θρίλερ, καθώς οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν να ανοίξουν την «ομπρέλα» της ευρωπαϊκής παραγωγής και τις ανάλογες επιδοτήσεις σε έως και 40 χώρες–εταίρους, συμπεριλαμβανομένων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και άλλων «ομοϊδεατών» οικονομιών. 

Στόχος είναι η δημιουργία ενός «βιομηχανικού κλαμπ» δημοκρατικών χωρών, που θα ενισχύει την ανθεκτικότητα της Δύσης απέναντι στην κινεζική υπερπαραγωγή, χωρίς να διαρρηγούν οι σχέσεις με βασικούς συμμάχους σε τεχνολογία, άμυνα και πράσινη μετάβαση.

Η Τουρκία, με δηλώσεις του Υπουργού Εμπορίου της Τουρκίας Ömer Bolat,  υποστήριξε ότι η πρόταση της Επιτροπής αναγνωρίζει στην πράξη την τελωνειακή ένωση ΕΕ–Τουρκίας με τρόπο που επεκτείνει κατ’ αρχήν το καθεστώς «EU origin» – δηλαδή «ευρωπαϊκής προέλευσης» – και σε προϊόντα τουρκικής παραγωγής.

Κεντρική θέση στην ελληνική αντίδραση απέναντι στο σχέδιο καταλαμβάνει η πρωτοβουλία του ανεξάρτητου ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη, ο οποίος κατέθεσε αναλυτική ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητώντας να μπει σαφές «φρένο» σε κάθε σενάριο έμμεσης ένταξης της Τουρκίας στο νέο βιομηχανικό πλαίσιο. 

Ο Φαραντούρης καλεί την Κομισιόν να ξεκαθαρίσει αν προτίθεται να επιτρέψει τουρκικά προϊόντα να υπολογίζονται ως «ευρωπαϊκής προέλευσης» στο πλαίσιο του «Made in Europe» και αν μια τέτοια εξέλιξη δεν θα συνιστούσε κατάφωρη στρέβλωση του ανταγωνισμού, σε βάρος βιομηχανιών κρατών–μελών όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. 

Θέτει ζήτημα αξιοπιστίας της ίδιας της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής και ζητά ρητές εγγυήσεις ότι η ΕΕ δεν θα νομιμοποιήσει, μέσω βιομηχανικών σχημάτων, μια χώρα που αμφισβητεί σύνορα κρατών–μελών και δεν συμμορφώνεται πλήρως με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Στο τεχνοκρατικό επίπεδο, η ιδέα της Επιτροπής είναι ότι η παραγωγή κρίσιμων προϊόντων και εξαρτημάτων σε έως 40 «αξιόπιστες» χώρες θα μπορεί να μετράει ως ευρωπαϊκή για τους στόχους, τα προγράμματα στήριξης και πιθανές πολιτικές άμυνας κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού. 

Δεν πρόκειται, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, για αλλαγή στις ετικέτες προέλευσης – ένα προϊόν που φτιάχνεται σε Λονδίνο ή Τόκιο δεν θα φέρει σήμανση «Made in EU» – αλλά για αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Κομισιόν «λογιστικοποιεί» τις αλυσίδες αξίας όταν σχεδιάζει βιομηχανική πολιτική.

 Η ενσωμάτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά το Brexit, και της Ιαπωνίας, ως τεχνολογικής δύναμης πρώτης γραμμής, θεωρείται κρίσιμη ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα, χωρίς να εκτοξευτεί το κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Η Άγκυρα όμως παρουσιάζει την υπό διαμόρφωση αρχιτεκτονική ως σχεδόν «αναβάθμιση» του καθεστώτος της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τουρκικά προϊόντα θα αναγνωρίζονται στην πράξη ως «ευρωπαϊκής προέλευσης» και θα αποκτήσουν πρόσβαση σε προγράμματα και κίνητρα που μέχρι σήμερα απευθύνονταν κυρίως σε εταιρείες με βάση εντός ΕΕ. Το αφήγημα αυτό, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί θεσμικά από τις Βρυξέλλες, αξιοποιείται πολιτικά στο εσωτερικό της Τουρκίας, ως δείγμα ότι η χώρα εντάσσεται βαθύτερα στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας χωρίς να χρειαστεί να κάνει τα αντίστοιχα βήματα σε δημοκρατία και κράτος δικαίου.
Απέναντι σε αυτή την τουρκική ανάγνωση, η ερώτηση Φαραντούρη αναδεικνύει ότι η τελωνειακή ένωση του 1995 δεν ταυτίζεται ούτε με συμμετοχή στην ενιαία αγορά ούτε με πλήρη εναρμόνιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. 

Ο ευρωβουλευτής προειδοποιεί ότι μια «χαλαρή» εφαρμογή του «Made in Europe» που θα άνοιγε διάπλατα την πόρτα στην τουρκική παραγωγή θα υπονόμευε τον ίδιο τον στόχο της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, ενθαρρύνοντας τη μεταφορά παραγωγής σε μια γειτονική οικονομία χαμηλότερου κόστους και πιο χαλαρών ρυθμιστικών κανόνων. 

Ζητά, επιπλέον, να διασφαλιστεί ότι τυχόν συνεργασίες με τρίτες χώρες, στο πλαίσιο του νέου βιομηχανικού κλαμπ, δεν θα θίγουν τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα οικονομικά συμφέροντα κρατών–μελών, κατονομάζοντας ρητά Ελλάδα και Κύπρο.
Σε αυτό το περιβάλλον, Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βλέπουν στο «Made in Europe» μια ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσουν τη στενή συνεργασία με την ΕΕ χωρίς θεσμική επανένταξη, ενώ κράτη–μέλη της Ένωσης ανησυχούν μήπως η έννοια της «ευρωπαϊκής προέλευσης» αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να χάσει τον αναπτυξιακό και στρατηγικό της χαρακτήρα.