Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια: Νέο ενεργειακό σοκ για την ελληνική οικονομία

Η απότομη άνοδος της τιμής του Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με μηνιαία αύξηση σχεδόν 50%, επαναφέρει στο προσκήνιο τον «παλιό γνώριμο» κίνδυνο του ενεργειακού σοκ για την ελληνική οικονομία. Η εξέλιξη συμπίπτει με μια περίοδο όπου ο προϋπολογισμός είχε «κλειδώσει» σε σαφώς χαμηλότερες παραδοχές για το πετρέλαιο, της τάξης των 64–65 δολαρίων, γεγονός που ανατρέπει βασικές μακροοικονομικές ισορροπίες.


Η Ελλάδα παραμένει χώρα με πολύ υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, καθώς πάνω από το 70% των ενεργειακών αναγκών καλύπτεται από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος των διεθνών τιμών μεταφέρεται ταχύτατα στην εγχώρια αγορά καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ήδη η μέση τιμή της αμόλυβδης έχει πάρει ανοδική τροχιά, επιβαρύνοντας μεταφορές, logistics και τελικά το κόστος παραγωγής σε βιομηχανία και αγροτικό τομέα. Το σοκ λειτουργεί ως «έμμεσος φόρος» σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα και τα περιθώρια κέρδους.


Σε επίπεδο ανάπτυξης, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν επιβράδυνση του ΑΕΠ περίπου στο 1,9% για το 2026, έναντι 2,1% στο βασικό σενάριο χωρίς την εκτίναξη των τιμών ενέργειας. Η ελληνική οικονομία, με ιδιωτική κατανάλωση άνω του 65% του ΑΕΠ, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε κάθε μεταβολή του κόστους ενέργειας, καθώς η ακρίβεια ροκανίζει την αγοραστική δύναμη και μεταθέτει δαπάνες από επενδύσεις και κατανάλωση σε βασικές ανάγκες. Παρά την επιβράδυνση, η αγορά εργασίας εμφανίζει προς το παρόν ανθεκτικότητα, με την ανεργία να διατηρείται γύρω στο 7,8%, στοιχείο που λειτουργεί ως ανάχωμα σε ένα βαθύτερο σοκ ζήτησης.


Το άλλο μεγάλο κανάλι μετάδοσης είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που ήδη βρίσκεται σε αρνητικό έδαφος, κοντά στο -5,5% έως -5,6% του ΑΕΠ. Η άνοδος του κόστους εισαγόμενης ενέργειας μπορεί να προσθέσει έως και 3 δισ. ευρώ ετησίως στο λογαριασμό, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη υψηλό εμπορικό έλλειμμα και αυξάνοντας την εξωτερική ευπάθεια της χώρας. Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό προφίλ εμφανίζεται, προς ώρας, σταθερό, με το πρωτογενές ισοζύγιο να μην επηρεάζεται άμεσα, αν και τυχόν μέτρα στήριξης για καύσιμα ή ρεύμα θα μπορούσαν να αλλάξουν αυτή την εικόνα.


Το βασικό ερώτημα για το οικονομικό επιτελείο είναι η διάρκεια και η ένταση του σοκ, σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής αναταραχής στη Μέση Ανατολή και στον Κόλπο, που τροφοδοτεί μεταβλητότητα στις αγορές πετρελαίου. Αν το Brent σταθεροποιηθεί μόνιμα σε τριψήφια επίπεδα, ο κίνδυνος νέου κύματος πληθωρισμού –ήδη οι εκτιμήσεις μιλούν για άνοδο προς το 3,4% από 2,3% στο βασικό σενάριο– γίνεται ορατός, υπονομεύοντας τον στόχο αποκλιμάκωσης της ακρίβειας και αναγκάζοντας σε πιο σφιχτή νομισματική και εισοδηματική πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ και η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα παύουν να είναι μόνο ζήτημα πράσινης μετάβασης και μετατρέπονται σε στρατηγική προϋπόθεση μακροοικονομικής σταθερότητας.