ΕΚΤ: Παγωμένα επιτόκια τώρα, αλλά φουντώνουν τα σενάρια για αύξηση τον Ιούνιο
Στη συνεδρίαση του Μαρτίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια, επαναλαμβάνοντας ότι παραμένει προσηλωμένη στον στόχο πληθωρισμού 2%. Ωστόσο, η αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων για τον πληθωρισμό στο 2,6% το 2026, λόγω της εκτίναξης των τιμών ενέργειας από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μετατόπισε τη συζήτηση ξεκάθαρα προς νέα αύξηση επιτοκίων τους επόμενους μήνες. Πλέον, οι αγορές και οι περισσότεροι οικονομολόγοι συγκλίνουν ότι ο Ιούνιος είναι το πιθανότερο σημείο εκκίνησης ενός νέου γύρου σύσφιξης, με σενάρια ακόμη και για δύο αυξήσεις μέσα στο 2026.
Στην απόφαση της 18ης Μαρτίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια, τονίζοντας ότι η πολιτική παραμένει επαρκώς περιοριστική αλλά απαιτείται περισσότερος χρόνος για να αποτυπωθεί πλήρως η επίδρασή της στην οικονομία και στον πληθωρισμό. Παρά την «παύση», η Τράπεζα ανέβασε αισθητά την πρόβλεψη για τον μέσο πληθωρισμό του 2026 στο 2,6%, από χαμηλότερο επίπεδο στις προηγούμενες εκτιμήσεις, εξαιτίας της ανόδου των τιμών ενέργειας που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το Οικονομικό Δελτίο, ο συνολικός πληθωρισμός προβλέπεται να εκτιναχθεί προσωρινά έως το 3,1% στο β’ τρίμηνο 2026, πριν υποχωρήσει σταδιακά προς το 2% τα επόμενα έτη.
Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,3% το 2026, 2,2% το 2027 και 2,1% το 2028, ελαφρώς υψηλότερα από τις προηγούμενες προβολές, κυρίως λόγω της διάχυσης του ενεργειακού κόστους στην υπόλοιπη οικονομία. Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί «ανοδικούς κινδύνους» για τον πληθωρισμό και «καθοδικούς κινδύνους» για την ανάπτυξη, υπογραμμίζοντας ότι παρατεταμένη άνοδος των τιμών ενέργειας ή νέες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού θα μπορούσαν να κρατήσουν τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για περισσότερο χρόνο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για τα επόμενα βήματα της νομισματικής πολιτικής μετατοπίζεται αποφασιστικά προς το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκτιμούν ότι τον Ιούνιο θα πρέπει να γίνει η πρώτη από περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων, εκτός αν υπάρξει απρόσμενη βουτιά στον πληθωρισμό ή σοβαρή επιδείνωση της ανάπτυξης. Αντίστοιχα, έρευνα του Bloomberg σε οικονομολόγους δείχνει κυρίαρχη προσδοκία για αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, με ορισμένα σενάρια να βλέπουν και δεύτερη αύξηση προς το φθινόπωρο, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις παραμείνουν ισχυρές.
Οι αγορές χρήματος ευθυγραμμίζονται σταδιακά με αυτό το σενάριο. Δεδομένα της LSEG δείχνουν ότι οι traders τιμολογούν πλέον με πιθανότητα γύρω στο 70–75% μια αύξηση επιτοκίων στην απόφαση του Ιουνίου, με την επικρατέστερη εκτίμηση να τοποθετεί το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ κοντά στο 2,5% μέχρι το τέλος του έτους. Αντίστοιχες αναλύσεις διεθνών οίκων όπως η JP Morgan και η Standard Chartered βλέπουν δύο αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης μέσα στο 2026, με αφετηρία τη συνεδρίαση του Ιουνίου και πιθανή δεύτερη κίνηση το φθινόπωρο.
Η ρητορική στελεχών της ΕΚΤ κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Σύμφωνα με δηλώσεις που μετέφερε το CNBC και άλλες πηγές, μέλη του Συμβουλίου μιλούν για ένα «στρώμα σοκ» (layer cake of shocks) που προέρχεται από ενέργεια, γεωπολιτική και μισθολογικές αυξήσεις, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δύο αυξήσεων μέσα στο έτος εφόσον τα δεδομένα το επιβεβαιώσουν. Ο στόχος, όπως σημειώνεται, είναι να προληφθεί μια νέα αποσταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται βραδύτερη ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα.
Για την Ελλάδα, το σενάριο αύξησης επιτοκίων τον Ιούνιο σημαίνει ότι η περίοδος «ακριβού χρήματος» πιθανότατα θα παραταθεί περισσότερο από όσο υπολόγιζαν μέχρι πρόσφατα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα κυμαινόμενα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, που ήδη επιβαρύνονται από τα προηγούμενα κύματα σύσφιξης, θα μπορούσαν να δουν νέες αυξήσεις στις μηνιαίες δόσεις, ειδικά αν οι τράπεζες ενσωματώσουν γρήγορα τις νέες αυξήσεις στα επιτόκια αναφοράς. Παράλληλα, το κόστος χρηματοδότησης για νέες επενδύσεις παραμένει υψηλό, κάτι που πιέζει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε αγορές κεφαλαίου.
Για τους δανειολήπτες, η πιθανότητα αύξησης τον Ιούνιο σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε κοντά σε ουσιαστική αποκλιμάκωση των δόσεων, αλλά αντίθετα σε ένα ακόμη σκαλοπάτι ανόδου στο κόστος εξυπηρέτησης στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων. Για τις επιχειρήσεις, ειδικά τις ελληνικές ΜμΕ, το σενάριο αυτό ενισχύει την ανάγκη προσεκτικού σχεδιασμού ρευστότητας και εξετάσεων εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ, RRF, ιδία κεφάλαια) αντί αποκλειστικής εξάρτησης από τραπεζικό δανεισμό. Για την ελληνική οικονομία συνολικά, μια νέα φάση σύσφιξης στην Ευρωζώνη δυσκολεύει την επιστροφή σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, καθιστώντας κρίσιμη την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων και την ενίσχυση επενδύσεων με χαμηλότερο χρηματοοικονομικό ρίσκο. Για τους επενδυτές, η προοπτική αύξησης τον Ιούνιο ενισχύει το ενδιαφέρον για προϊόντα σταθερού εισοδήματος, αλλά επιβάλλει προσεκτική επιλογή κλάδων με ανθεκτικότητα σε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου και αυξημένη μεταβλητότητα.
Το money-money.gr είναι πιστοποιημένο μέλος του μητρώου on line media